Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Φίλησε με!

Besame mucho

Η Κονσουέλο -η Κονσουελίτα- Βελάσκες ήταν μια 24χρονη όμορφη μελαχρινή Μεξικάνα πιανίστρια, που εκείνο τον καιρό μην έχοντας υποχρεώσεις στην κρατική ορχήστρα του Μεξικού της οποίας ήταν η σολίστ, έπαιζε πιάνο σε ένα μεξικάνικο εστιατόριο της Νέας Υόρκης. Έπαιζε τραγούδια της πατρίδας της κι ακόμα: τζαζ, σουίνγκ, ταγκό συνοδεύοντας τους πελάτες στο φαγητό τους, αλλά και στο χορό τους στη μικρή πίστα του εστιατορίου.

.Εκείνο το βράδυ στις 18 Νοεμβρίου του 1940 σκέφτηκε να προσθέσει ένα ακόμα τραγούδι στο ρεπερτόριό της, ένα δικό της τραγούδι, που το είχε γράψει, όταν ήταν δέκα πέντε χρονών και δεν είχε ακουστεί, τουλάχιστον δημόσια, ποτέ πριν. Επειδή δεν το είχε προβάρει νωρίτερα με τον τραγουδιστή που τη συνόδευε, θα το τραγουδούσε μόνη της. Λίγο καιρό πριν είχε αρχίσει άλλωστε να κάνει και καριέρα τραγουδίστριας.
Χάιδεψε ελαφρά τα πλήκτρα του πιάνου της. Η εισαγωγή ήταν σύντομη. Δεν θύμιζε στο ρυθμό και στη μελωδία κανένα από τα κομμάτια που συνήθως έπαιζε. Απόσπασε αμέσως την περιέργεια των θαμώνων.
Από το μικρόφωνο μπροστά της ξεπήδησαν οι πρώτες λέξεις του στίχου με την καλλιεργημένη και ελαφρώς κοντράλτα φωνή της. «Μπέσαμε… Μπέσαμε μούτσο…» (Φίλα με, φίλα με πάλι και πάλι..) Λίγο τολμηρός στίχος για την εποχή. Αυτό μεγάλωσε την περιέργεια των πελατών του μαγαζιού. «…Κόμο σι φουέρα έστα νότσε, λα ούλτιμα βες..» (…Σαν να ‘ναι απόψε η τελευταία φορά…» Όλοι, ισπανόφωνοι οι περισσότεροι, είχαν στρέψει τα βλέμματά τους και ολόκληρη την προσοχή τους στην Κονσουέλο Βελάσκες, που έπαιζε στο πιάνο και τραγουδούσε ταυτόχρονα, αυτό το πρωτάκουστο τραγούδι. Ο ρυθμός του θύμιζε κάτι μεταξύ ρομαντικής μπαλάντας και ταγκό, ενώ οι στίχοι του παρέπεμπαν σε μια τρυφερή ερωτική στιγμή.
«…Κε τένγκο μιέδο α περντέρτε, περντέρτε ότρα βες…»  (…Γιατί φοβάμαι να σε χάσω, να σε χάσω άλλη φορά..»

Τα τελευταία λόγια του ρεφραίν χάθηκαν σε αποθέωση από αυτούς οι οποίοι εκστασιασμένοι ήταν οι πρώτοι που άκουγαν το ‘Μπέσαμε, μούτσο’. Ένα τραγούδι, που για εβδομήντα ένα χρόνια από τότε έως σήμερα δεν παύει να είναι το πιο πολυτραγουδισμένο τραγούδι του λατινόφωνου ρεπερτορίου.
Μέσα θύελλα χειροκροτημάτων, ούτε η ίδια η Βελάσκες δεν θυμόταν πόσες φορές της ζήτησε, της απαίτησε το κοινό να το παίξει και να το ξαναπαίξει. Απλώς, από κάποια φορά και ύστερα σταμάτησε να το τραγουδάει η ίδια. Το τραγουδούσαν όλοι οι άλλοι για αυτήν!
Μερικά ζευγάρια το δοκίμασαν στην πίστα και διαπίστωσαν ότι χορευόταν θαυμάσια κάπως μεταξύ ταγκό και σλόου μπλουζ.
Από εκείνο το βράδυ έγινε το υποχρεωτικό και αναπόσπαστο τραγούδι του ρεπερτορίου της Κονσουέλο Βελάσκες. Το όμορφο νεανικό της πρόσωπο ‘εικονογραφούσε’ συνειρμικά στους ακροατές της το ρομαντικό εκείνο κορίτσι των στίχων, που φοβάται μη χάσει τον αγαπημένο της.
Σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα χτυπήθηκε σε δίσκο με πρώτο ερμηνευτή τον συμπατριώτη της Εμίλιο Τουέρο Κουμπίλιας, αλλά η ερμηνεία του Λούτσο Γκατίκα ήταν, που το εκτόξευσε στα ‘χιτ’ του διεθνούς τοπ τεν. Κατόπιν συμπεριλήφθηκε στο ρεπερτόριο και άλλων τραγουδιστών, ενορχηστρώθηκε για μπάντα, διασκευάστηκε και σε άλλους ρυθμούς της εποχής και μεγάλα ονόματα του πεντάγραμμου το τραγούδησαν είτε στα ισπανικά, είτε στη γλώσσα τους, αφού έχουν μετρηθεί μεταφράσεις του σε 32 τουλάχιστο γλώσσες, αν και για την ακρίβεια δεν είναι όλες μεταφράσεις, αλλά διαφορετικοί στίχοι πάνω στην ίδια μουσική… Ανάμεσά τους: ο Έλβις Πρίσλεϋ, οι Μπήτλς (αυτοί σε τέσσαρις διαφορετικές εκτελέσεις), η ορχήστρες του Μαντοβάνι, και του Φαούστο Παπέτι, Νταλιντά, Πλάσιδο Ντομίνγκο, Χοσέ Καρέρας, Σελίν Ντιόν, Μιρέιγ Ματιέ, Νατ Κινγκ Κόουλ, Ρισάρ Κλαϊντερμάν, Σαρλ Αζναβούρ, Εντίθ Πιάφ, Χούλιο Ιγλεσίας, Φράνκ Σινάτρα, Φράνκι Λέιν, Σεζάρια Εβόρα, Σαρίτα Μοντιέλ, Τρίνι Λοπέζ, Ντιν Μάρτιν, Νάνα Μούσχουρη, Τίνο Ρόσσι, Πλάττερς  και δεκάδες άλλοι.
Από την άλλη μεριά υπήρξε τμήμα της μουσικής επένδυσης σε μεξικάνικες ή άλλες ξένες κινηματογραφικές ταινίες, όπως: ‘Μεγάλες Προσδοκίες’, ‘Αριζόνα Ντρημ’, ‘Η Μόσχα δεν πιστεύει στα δάκρυα’, ‘Naked Gun 2½’, ‘Η Γεύση του Φόβου’, ‘Το Χαμόγελο της Μόνα Λίζα’ και σε άλλες.Σύμφωνα με τον ΒΜΙ τον Οργανισμό που μετράει τη συχνότητα εκτελέσεων στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα των ΗΠΑ, το ‘Μπέσαμε μούτσο’ μεταδόθηκε πάνω από δύο εκατομμύρια φορές από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, μόνον στις ΗΠΑ, στο διάστημα 1941 (πρώτη εγγραφή σε δίσκο) έως τον Ιανουάριο του 2005 που η Κονσουέλο Βελάσκες πέθανε. Δηλαδή κατά μέσον όρο 85 φορές την ημέρα σε διάστημα 64 χρόνων!. Πιθανώς ρεκόρ Γκίνες, χωρίς να μετρηθούν και οι εκτελέσεις του από ραδιοφωνικούς σταθμούς όλων των χωρών του κόσμου.
Το 1991το τραγούδι, το μοναδικό μεξικάνικο τραγούδι που ανέβηκε στην κορυφή του αμερικανικού hit parade και παρέμεινε εκεί για δώδεκα ολόκληρες εβδομάδες, ανακηρύχθηκε ως το ‘τραγούδι του αιώνα’ σε ειδική εκδήλωση στο Μαϊάμι της Φλόρντα, ενώ στο μεταξύ είχε αποφέρει στη Βελάσκες εκτός από χρήματα και φήμη και κάμποσα βραβεία και διακρίσεις.

Κάποτε, σε μια συνέντευξή της, η Βελάσκες ρωτήθηκε, ποια ήταν τα ερεθίσματα που την ενέπνευσαν, αποσκοπώντας ο δημοσιογράφος να βγάλει, μάλλον, κάποια πικάντικη λεπτομέρεια δεδομένου ότι ήταν γνωστό ότι η Βελάσκες το είχε γράψει σε ηλικία 15 χρονών. Αυτή, τότε, με αφοπλιστική ειλικρίνεια του ομολόγησε, ότι η έμπνευσή της δεν προερχόταν από κάποια προσωπική της εμπειρία, αφού στην ηλικία που το έγραψε δεν είχε ακόμα γευτεί ερωτικό φιλί. Γιατί, όπως είχε ακούσει από το αυστηρό ηθών καθολικό περιβάλλον της στην πόλη Γκουσμάν, που μεγάλωνε, το φίλημα θεωρούταν σοβαρό αμάρτημα για την ηλικία της. Η έμπνευσή της ήταν προϊόν φαντασίας, όπως η ίδια το είχε χαρακτηρίσει. Απλώς είχε υπάρξει κάποιος έμμεσος επηρεασμός από ένα μουσικό κομμάτι, το ‘Κουέχας’ (Παράπονα), από σουίτα του Ισπανού συνθέτη Ενρίκε Γκρανάδος που είχε γράψει το 1911 και αργότερα, το 1916, συμπεριλήφθηκε ως ‘Η άρια του αηδονιού’ στην όπερά του με τον ίδιο τίτλο. Γενικά, ο Γκρανάδος ήταν ο συνθέτης που την είχε επηρεάσει καταλυτικά σε ολόκληρη τη συνθετική της καριέρα.
Και λίγα λόγια για τη Κονσουέλο Βελάσκες


Η Κονσουελίτα στα μέσα της δεκαετίας του '30, όταν έγραψε και συνέθεσε το πιο διάσημο τραγούδι του λατινοαμερικάνικου ρεπερτορίου
 Η Κονσουέλο Βελάσκες Τόρρες (21 Αυγούστου 1916- 22 Ιανουαρίου 2005) ήταν Μεξικανή πιανίστρια σε κονσέρτα κλασικής μουσικής και τραγουδοποιός. Άρχισε να μαθαίνει πιάνο σε ηλικία τεσσάρων χρονών και έγινε δασκάλα πιάνου στα 17 της χρόνια. Έπαιξε μπροστά σε κοινό μόλις έξι χρονών και θεωρήθηκε εξαιρετικό ταλέντο. Πράγμα που φυσικά επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά.

Σολίστρια στην εθνική συμφωνική ορχήστρα του Μεξικού.

Την επαγγελματική της καριέρα ως σολίστ στην Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα του Μεξικού την ξεκίνησε ερμηνεύοντας κλασικό ρεπερτόριο σε ζωντανά κονσέρτα και σε ηχογραφήσεις. Παράλληλα έγραφε στίχους και μελοποιούσε τραγούδια είτε με λατινοαμερικανικά μοτίβα (‘Αμάρ υ βιβίρ’, ‘Βερδάδ Αμάργα’) είτε σε ρυθμούς της εποχής, που ορισμένα από αυτά γνώρισαν αρκετή επιτυχία, αλλά κανένα ωστόσο του ‘Μπέσα με, μούτσο’. Θεωρείται η πιο διάσημη Μεξικανή τραγουδοποιός. Το ‘Μπέσα με μούτσο’ φτάνει από μόνο του για αυτόν τον χαρακτηρισμό.
Ασχολήθηκε ακόμα με τον συνδικαλισμό και την πολιτική, όπου εκλέχτηκε από την μεν πρώτη της δραστηριότητα πρόεδρος της Εταιρίας Μεξικανών Συνθετών και αντιπρόεδρος της Διεθνούς  Συνομοσπονδίας Συγγραφέων και Συνθετών, ενώ από τη δεύτερή της δραστηριότητα εκλέχτηκε γερουσιαστής στο Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών του Μεξικού (1979-1982). Πέθανε σε ηλικία 88 χρονών συνέπεια επιπλοκής αναπνευστικών προβλημάτων εξ αιτίας των οποίων νοσηλευόταν από τον Νοέμβριο του 2004 έως τον θάνατό της.

Παραθέτουμε τους στίχους του τραγουδιού με την επισήμανση ότι στα σημεία όπου η μετάφραση δεν είναι κατά λέξη, οφείλεται στο ότι δόθηκε βάρος στο νόημα και όχι στην κατά λέξη απόδοση. Το ρεφραίν αντικαταστάθηκε από μια δεύτερη εκδοχή ρεφρέν (perderte otra vez) που πιστεύεται ότι είναι πιο αυθεντική από την επικρατούσα για την τήρηση των κανόνων στη σύνθεση τραγουδιού, η οποία είναι η επωδός στα κουπλέ (perderte despuès).


ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ

Από τις εκατοντάδες ερμηνείες του τραγουδιού και από ισάριθμους ερμηνευτές ξεχωρίζω και με αυτήν την αξιολογική σειρά, ως καλύτερη την ερμηνεία της Μεξικάνας Σουζάνα Σαμπαλέτα, γιατί και ας μη ξέρει κάποιος ισπανικά νιώθει το νόημα του στίχου. Σε κάνει να νομίζεις πως το λέει σε σένα. Η φωνή της καθαρή, δυνατή πότε ο στίχος με μια μακρόσυρτη ανάσα και πότε με ανάσα κοφτή, λαχανιαστή, πότε χρωματίζεται από πάθος παράφορο, πότε ικετευτική, πότε επιτακτική, πότε με απόγνωση ‘σαν να είναι η τελευταία φορά’.

http://www.youtube.com/watch?v=WzKJKi7JCQ4&feature=related

Κατόπιν, ξεχωρίζω την ερμηνεία της μοναδικής Νταλιντά. Η παρουσία της αισθαντικής Γαλλίδας τραγουδίστριας στο συνοδευτικό φιλμάκι από το You Tube μας μεταφέρει νοερά σε παρισινή ρεβύ πίστας στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Ενδιαφέρουσα είναι επίσης και το ότι το αποδίδει με γαλλικούς στίχους. Έτσι κι αλλιώς η γαλλική γλώσσα, νομίζω, ότι είναι η πιο ερωτική, τουλάχιστον όταν ακούγεται από μια Νταλιντά ή μια Πιάφ.

 http://www.youtube.com/watch?v=Qicy7tuH3YE
Τρίτο ξεχωρίζω το φιλμάκι με την ίδια τη Βελάσκες να το παίζει στο πιάνο το 1968, όπως το είχε πρωτοπαίξει 28 χρόνια πριν.

http://www.youtube.com/watch?v=iibS5UW1O5Y

Κατόπιν τις Σεζάρια Εβόρα και τη Μίνα, γιατί είναι η Σεζάρια Εβόρα και η Μίνα.

Σεζάρια Εβόρα http://www.youtube.com/watch?v=Esdl_3kKSBk&feature=related
Μίνα http://www.youtube.com/watch?v=M9aJ4QB-NQU&feature=related

Παρ’ όλο ότι πουθενά στον στίχο του τραγουδιού δεν γίνεται αντιληπτό, αν τα λόγια ανήκουν σε άντρα ή σε γυναίκα, δημιουργείται η αίσθηση, πως είναι γυναίκα, πράγμα που αυτόματα μειώνει την κάθε προσπάθεια άντρα ερμηνευτή να μεταδώσει το πάθος του τραγουδιού και ας το έχουν ερμηνεύσει ο Μποτσέλι, ο Ντομίνγκο, ο Σινάτρα, ο Νατ Κινγκ Κόουλ, ο Πρίσλεϋ, οι Μπητλς και ο Τίνο Ρόσσι κλπ. Κρατάω από τους άντρες διάσημους ερμηνευτές του τραγουδιού τον Τίνο Ρόσσι, τον πρώτο ίσως ερμηνευτή του στην Ευρώπη (1945), που με τη ζεστή καλλιεργημένη φωνή του σε μεταφέρει, θες δεν θες, στο μουσικό κλίμα της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας και μια ερμηνεία του Αντρέα Μποτσέλι. Αφενός και γιατί προσωπικά μου αρέσει ο Μποτσέλι ό,τι κι αν έχει τραγουδήσει, αλλά και γιατί το φιλμάκι που δανείστηκα από το You Tube είναι τόσο τρυφερά πρωτότυπο σχετικό με το θέμα.
Τίνο Ρόσσι http://www.youtube.com/watch?v=2ZSADBhXBm4&feature=related
Σας συνιστώ όλες τις εκδοχές. Όσες φορές κι αν το ακούσετε, δεν θα το βαρεθείτε!

Η ιστορία του τραγουδιού  "Besame mucho" φιλοξενήθηκε πρώτη φορά στην ιντερνετική/ηλεκτρονική εφημέριδα My Bonjour (http://mybonjour.gr/)  του καλού μου φίλου Χρήστου Σούπου τον Νοέμβριο του 2011.

Και επειδή, όπως θα έχετε καταλάβει ο Dino είναι ΚΑΙ πλακατζής να και μια διασκευή του, που σκάρωσε για να περνάει η ώρα, τώρα που η ώρα του (αναγκαστικά, θα έλεγα) δεν ισούται με χρηματικό αντίτιμο κατά το κοινώς «ο χρόνος είναι χρήμα».








Πέτα με, πέτα με, μούτσο
κοίτα παντού στα σκουπίδια
κι άλλη ψάξε και βρες

Πέτα με, πέτα με, μούτσο
σαν να ‘μαι της ζωής σου σκουπίδι
κι ας μ’ αγάπαγες χτες.

Πέτα με, πέτα με, μούτσο
κοίτα παντού στα σκουπίδια
κι άλλη ψάξε και βρες

Πέτα με, πέτα με, μούτσο
σαν να ‘μουν κάποιο παιχνίδι
που πια δεν το θες.

Η όμορφη νύχτα, θυμάσαι,
την πρώτη μαζί σου φορά
ανάμνηση είναι παλιά.

Μούτσο, κι αν θέλεις να ξέρεις, 
ούτε κι εγώ να κουρνιάζω 
το θέλω σε κρύα αγκαλιά. 

Πέτα με, πέτα με, μούτσο
κοίτα παντού στα σκουπίδια
κι άλλη ψάξε και βρες.

Πέτα με, πέτα με, μούτσο
σαν να ‘μουν κάποιο παιχνίδι
που πια δεν το θες.

Πέτα με, πέτα με, μούτσο
σαν να ‘μαι της ζωής σου σκουπίδι
κι ας μ’ αγάπαγες χτες.

Σαν να ‘μαι της ζωής σου σκουπίδι
κι ας μ’ αγάπαγες χτες.

Φιλάκια!!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου