Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

ΤΑΡΖΑΝ: Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΩΝ ΠΙΘΗΚΩΝ

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του Ταρζάν των πιθήκων (1912)
Δεν έχει ανάγκη από ιδιαίτερες συστάσεις ο βασιλιάς της ζούγκλας, ο πρώτος και αδιαμφισβήτητα πιο αυθεντικός από τις δεκάδες απογόνους του, αλλά ουσιαστικά κανένας από αυτούς διάδοχός του, αφού παρότι εδώ κι ένα μήνα μπήκε στον εκατοστό χρόνο της ζωής του, συνεχίζει να ζει και να βασιλεύει με ακμαίες τις δυνάμεις του συνεχίζοντας να καταγράφει νέες περιπέτειες στο ενεργητικό του και να αναπαράγει παλαιότερές του, αν και έχει κοπάσει η γέννηση νέων επιγόνων του σε γνωστές κι άγνωστες ζούγκλες της Αφρικής.
Το κεφάλαιο “Ταρζάν” είναι τεράστιο και καλύπτει όλο το οπτικοακουστικό φάσμα: ιστορίες σε pulps εκδόσεις, σε κόμικς, σε κινηματογράφο και τηλεόραση. Θα επανερχόμαστε συχνά στις επιμέρους θεματογραφίες που έχουν ως επίκεντρό τους τον μοναδικό βασιλιά της ζούγκλας.
Η παρούσα ανάρτηση ας θεωρηθεί, μόνον κάπως σαν εισαγωγή στην ενότητα “Ταρζάν” παρουσιάζοντας την αρχή του θρύλου, όπως την έγραψε ο δημιουργός του Ταρζάν ο Edgar Rice Burroughs (Έντγκαρ Ράις Μπάρροους) και την εικονογράφησε ο Russ Manning (Ρας Μάννινγκ).

Ο “Βασιλιάς των Πιθήκων” είναι η πρώτη από τις έντεκα προσαρμογές σε κόμικς (σενάριο Gaylord Du Bois) των αυθεντικών ιστοριών του Μπάρροους που είχαν δημοσιευτεί μεταξύ 1911-1916 και που ο Μάννινγκ εικονογράφησε για λογαριασμό της σειράς “Ταρζάν” του περιοδικού Gold Key 1965-1969). Οι επτά από αυτές επαναδημοσιεύτηκαν με ψηφιακή επεξεργασία τω χρωμάτων τους το 1999 από την Dark Horse.



Το 2007 ο εκδοτικός οίκος “Περιοδικός Τύπος” σε concept έκδοσης και επιμέλεια του πατρός του Dino εξέδωσε τον πρώτο τόμο από τη σειρά της “Dark Horse” που περιείχε τις τέσσαρες πρώτες ιστορίες -μεταξύ των οποίων πρώτη είναι ο “Βασιλιάς των Πιθήκων”- με την προοπτική να εκδοθούν και οι υπόλοιποι τρεις τόμοι στη “Σειρά Κόμικ: Κλασικοί Ήρωες”.
Η μετάφραση-απόδοση ήταν της Κλεοπάτρας Βλάχου.
Η παρούσα ανάρτηση είναι σκανάρισμα αυτής της έκδοσης.
















 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΜΕΤΑ ΤΗΝ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ
ΠΡΟΑΓΓΕΛΙΑ 





















Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

ΕΝΑ ΠΟΝΤΙΚΙ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ... ΕΝ ΠΛΩ!



Στις 18 Νοεμβρίου του 1928 στο Universals Colony Theatre του Μπρόντγουεϊ στη Νέα Υόρκη “υπογράφεται” η επίσημη ληξιαρχική πράξη γέννησης του πιο διάσημου ποντικιού στον κόσμο και του πιο αναγνωρίσιμου ήρωα στον κόσμο του κόμικ και του καρτούν. Του Μίκυ Μάους, φυσικά. Ποιανού άλλου;
Επτά και μισό λεπτό ήταν η διάρκεια της σεμνής τελετής που σήκωνε την αυλαία μιας ιστορίας δεκάδων χιλιάδων σελίδων –και μόλιςτώρα δα συμπληρώθηκαν τα πρώτα 83 χρόνια της πολυτάραχης και γεμάτης περιπέτειες ζωής του πατριάρχη και μασκότ της ντισνεϊκής αυτοκρατορίας- ξέχωρα τις 130 μικρού και μεγάλου μήκους ταινίες που έχει πρωταγωνιστήσει, ή απλώς έχει συμμετάσχει.

Τα αποκαλυπτήρια, ή αν θέλετε οι συστάσεις γνωριμίας με τον Μίκυ έγιναν μέσα από το πρώτο φιλμάκι με σύγχρονο ήχο που παρουσίασε ο Γουόλτ Ντίσνεϋ στο πλατύ κοινό: το “Ατμόπλοιο Γουίλλυ” (Steamboat Willie).
Οι ιστορικοί είναι αυτοί που ομόφωνα αποφάσισαν ότι η ιστορία του Μίκυ Μάους άρχισε εκείνο το απόγευμα στην κινηματογραφική αίθουσα του Μπρόντγουεϊ, αν και είχαν προϋπάρξει αυτής δυο ακόμα ταινίες με πρωταγωνιστή τον Μίκυ: το Plane Crazy ) στις 15 Μαΐου και το GallopinGaucho στις 2 Αυγούστου της ίδιας χρονιάς.
Το ιστορικό επιχείρημα για να θεωρηθεί ότι το “Steamboat Willie” πρέπει να θεωρηθεί ως πρώτη επίσημη εμφάνιση του Μίκυ έχει να κάνει με το ότι οι δυο άλλες ταινίες, εκτός του ότι ήταν βουβές στην πρώτη τους βερσιόν, δεν διανεμήθηκαν στις αίθουσες προβολής, αλλά παρουσιάστηκαν δοκιμαστικά σε ένα πολύ περιορισμένο κοινό. Μέσα στους επόμενους τέσσαρις μήνες βγήκαν στη διανομή κι αυτές με ήχο. Είναι και κάποιοι θεωρητικοί της ιστορίας του καρτούν οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ένας ακόμα λόγος και μάλιστα ο πιο ισχυρός είναι ότι ο Μίκυ εξελίχθηκε εικαστικά από τη φιγούρα του στο “Γουίλλυ” και όχι από τα πειραματικά χαρακτηριστικά που είχε στις δυο… προϊστορικές του εμφανίσεις.  
Αυτά, για τους λόγους που ορίστηκε η 18η Νοεμβρίου ως η γενέθλια μέρα του κυρίου Μίκυ Μάους.
Για τον Μίκυ, όμως, ως χαρακτήρα, όπως διαμορφώθηκε στα κόμικς κυρίως, θα επανέλθουμε, επειδή το ενδιαφέρον το οποίο παρουσιάζει είναι πολυδιάστατο. Δημιουργήθηκε  σαν σκανδαλιάρης καρτουνίστικος χαρακτήρας για να αντικαταστήσει ένα άλλο καρτούν του Γουόλτ Ντίσνευ, τον Λαγό Όσβαλντ, που είχε κάνει τον κύκλο του. Ξεκίνησε την καριέρα του έναν χρόνο μετά την εμφάνιση του ομιλούντος κινηματογράφου και ένα χρόνο ακριβώς πριν από το μεγάλο οικονομικό κραχ.
Απόκτησε πρώτα ημερήσιο στριπ σε εφημερίδες και από το 1930 και περιοδικό ταυτόχρονα με την προσπάθεια οικονομικής ανασυγκρότησης των ΗΠΑ με την περίφημη New Deal του Ρούζβελτ. Σε πολλές από τις ιστορίες του αυτό το πνεύμα πρεσβεύει. Είναι ο Αμερικανός που αντιμετωπίζει αισιόδοξα την κάθε αναποδιά του.
Έχει πολύ ενδιαφέρον, αν και η πρώτη ανάγνωση των περιπετειών του ερασιτέχνη ντετέκτιβ Μίκυ Μάους είναι τόσο διασκεδαστικές, που δεν αφήνουν πολλές πιθανότητες ώστε να περάσει κάποιος ανυποψίαστος και στο δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης: σε αυτό των ιδεολογημάτων που σε άλλους περνούσαν θετικά μηνύματα και σε άλλους αρνητικά. Δεν απαγορεύτηκε τυχαία στη Γερμανία από το ναζιστικό καθεστώς, ούτε στη Σοβιετική Ένωση και στην Κίνα, επίσης.
Αλλά αυτά σε άλλη φορά, αφού σε μια μέρα γενεθλίων δεν ταιριάζουν, μα ούτε και στο “Ατμόπλοιο Γουίλλυ” υπάρχει έστω και ένα καρέ που να προκαλεί τέτοιους συνειρμούς. Πρόκειται απλώς για ένα φιλμάκι πρόσχημα να αξιοποιηθεί η νέα μόδα του ομιλούντος κινηματογράφου και να ανταγωνιστεί σε αυτό το επίπεδο το στούντιο των αδελφών Φλέισερ, που ήδη είχαν βγάλει στη διανομή επτά ομιλούσες ταινίες κινουμένων σχεδίων μικρού μήκους.Ο τίτλος της ταινίας είναι αναφορά σε δυο προηγούμενα καλλιτεχνικά δημιουργήματα: στη βωβή ταινία του Μπάστερ Κήτον με τίτλο ”Steamboat Bill jr.”  που είχε κάνει πρεμιέρα λίγους μήνες πριν  (Ο Μπιλ τζούνιορ ήταν ο πλοιοκτήτης και καπετάνιος ενός σαραβαλιασμένου ποταμόπλοιου), την οποία και παρωδεί και στο τραγούδι “Steamboat Bill” (1911) του Άρθουρ Κόλλινς, που ακουγόταν στο ντισνεϊκό καρτούν, όπως ακουγόταν και το παλιό λαϊκό νέγρικο τραγούδι “Turkey in the Straw”. Όλες τις φωνές τις είχε αποδώσει ο ίδιος ο Γουόλτ Ντίσνεϊ, αλλά οι διάλογοι ελάχιστα είναι κατανοητοί.
Άλλωστε, δεν ήταν το ζητούμενο να ακουστούν διάλογοι, αλλά να δοθεί έμφαση στον ήχο που ήταν πρωτόγνωρος στο κινηματογραφόφιλο κοινό. Είναι σαφές ότι ο Ντίσνεϊ επηρεάστηκε και εμπνεύσθηκε από την πρώτη κινηματογραφική ταινία με ενσωματωμένο σύγχρονο ήχο τον “Τραγουδιστή της Τζαζ” που είχε συντριπτικά περισσότερο μουσική, παρά διάλογο. Κατά κάποιο τρόπο το “Ατμόπλοιο Γουίλλυ” ήταν ένα μίνι… μιούζικαλ όπου ο εφευρετικός ποντικός του καραβιού, ο Μίκυ επινοεί μουσικά όργανα χρησιμοποιώντας διάφορα αντικείμενα και ζώα που βρίσκονταν μπροστά του.
Η  βερσιόν του καρτούν, που συνοδεύει με σύνδεσμο στο Youtube την ανάρτηση, είναι η πλήρης, επειδή την εποχή που προβλήθηκε η λογοκρισία είχε κόψει σκηνή περίπου 30 δευτερολέπτων. Ο λόγος ήταν ότι παρουσίαζε κακομεταχείριση ζώου, όταν ο Μίκυ για να φτιάξει έναν ακόμα πρωτότυπο μουσικό ήχο τράβηξε την ουρά μιας γάτας και ύστερα κρατώντας την από την ουρά της τη στριφογύρισε πάνω από το κεφάλι του και την εκσφενδόνισε μακριά του (από μια άποψη παράδοξο ως γεγονός το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι να παίζεται με αντίστροφους ρόλους).
Η επτάλεπτη ταινία στοίχισε στον παραγωγό Γουόλτ Ντίσνεϊ 5.000 δολάρια, ποσό ασήμαντο για τα σημερινά δεδομένα, αλλά αρκετά υψηλό για τα μέτρα της εποχής.

Ωστόσο, τα λεφτά του τα έβγαλε και με το παραπάνω. Βέβαια, δεν είναι δυνατό να αποτιμηθεί εισπρακτικά, αφού δεν προβλήθηκε αυτοτελώς, αλλά ως "ορντέβρ" κανονικής ταινίας μεγάλου μήκους", πρακτική που ίσχυε ίσαμε μερικά χρόνια πριν, όταν μαζί με την κυρίως ταινία προβαλλόταν συνήθως και ένα καρτούν, κράχτης για αρκετούς θεατές-θιασώτες των ταινιών με κινούμενα σχέδια..
Η αποτίμηση ότι "έβγαλε τα λεφτά του" συνάγεται από το γεγονός ότι πριν ακόμα κλείσει η χρονιά η εταιρεία του Γουόλτ Ντίσνεϊ έδωσε στη διανομή ακόμα τρεις μικρού μήκους ταινίες κινουμένων σχεδίων μεταξύ των οποίων και την πρώτη-πρώτη με τον Μίκυ Μάους, το "Τρελό Αεροπλάνο", ενώ η ζήτηση από τις μεγάλες εταιρείας διανομής είχε αρχίσει να γίνεται πιεστική για ακόμα μεγαλύτερη παραγωγή.
Τέλος, σχετικά με αυτό το θέμα, η ηθική επιβράβευση των δημιουργών του "Ατμόπλοιου Γουίλλι" με το να συμπεριληφθεί στο αρχείο του Κογκρέσου με αυτά που συγκροτούν τους θησαυρούς  της αμερικανικής εθνικής κληρονομιάς, είναι από από μόνο του πιστωτικό κεφάλαιο στον ισολογισμό της ταινίας.
Εν πάση περιπτώσει ήταν και η αρχή, το εφαλτήριο για τη δυναμική εξέλιξη της Ντίσνεϊ, που ανέκτησε από τότε τα πρωτεία στο κινούμεο σχέδιο και δεν τα έχασε ούτε μια στιγμή έως σήμερα, ενώ άνοιγε ο δρόμος του Μίκι Μάους για μια εντυπωσιακή πολυεθνική καριέρα και στον χώρο των περιοδικών, που ξεκίνησε έναν χρόνο αργότερα κι έφτασε σήμερα να παράγονται ιστορίες του και σε άλλες χώρες, ενώ παράλληλα άρχισε να "χτίζεται" και η πολυεπίπεδη αυτοκρατορία στον χώρο του θεάματος και στον χώρο της εμπορικής εκεμετάλλευσης σε εκατοντάδες καταναλωτικά είδη και παραφενάλια.


STEAMBOAT WILLY (σύνδεσμος Youtube)

                                                         



Άσχετο με το θέμα, αλλά μου αρέσει πολύ. Ελπίζω και σε σας!.. Ακούστε το..


Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

ΤΑ ΣΚΕΠΑΣΤΑ ΑΜΑΞΙΑ ΚΑΤΑΚΤΟΥΝ ΤΗ ΔΥΣΗ



Go Westward!
Η δυνατή αντρική φωνή που βγήκε μέσα από το τσίγκινο χωνί ακούστηκε σχεδόν μισό μίλι μακριά.. Ο καβαλάρης στεκότανε στη μέση απόσταση από το κεφάλι ίσαμε την ουρά μιας μακριάς φάλαγγας από 250 περίπου αμάξια, που τα έσερναν δυνατά βόδια και ήταν σκεπασμένα με άσπρο χοντρό ύφασμα σε σχήμα κυλίνδρου. Το σύνθημα-προσταγή «Φεύγουμε προς δυσμάς!» έφτασε ταυτόχρονα και στα δυο άκρα της φάλαγγας. Στο κεφάλι στα δυτικά και στην ουρά στα ανατολικά. Φωνές και σφυρίγματα μπερδεύτηκαν οι  ήχοι τους στον αέρα. Εκατοντάδες καμουτσίκια κροτάλισαν ταυτόχρονα.
Ο καβαλάρης τσίγκλησε με τα σπιρούνια του τα πλευρά του αλόγου του και κάλπασε στο κεφάλι της φάλαγγας, που είχε αρχίσει να κινείται αργά. Πέντε λεπτά μετά την εκκίνηση της πρώτης άμαξας ξεκινούσε και η τελευταία. Στην πλάτη της φάλαγγας άρχισε να ξεπροβάλλει ο ήλιος σε ένα καφετί μούχρωμα από τον κουρνιαχτό που σήκωναν χιλιάδες πόδια βοδιών και ρόδες αμαξών
.
Ήταν ένα από τα πολλά wagon-trains, που στα μέσα της δεκαετίας του ‘840 ξεκινούσαν από το Μισσούρι, τη μεσοπολιτεία των ΗΠΑ και κύριο σημείο εκκίνησης των καραβανιών, για την πολιτεία του Όρεγκον στη δυτική ακτή των ΗΠΑ, στην περιοχή που είχε αρχίζει να χτίζεται ο μύθος του Φαρ Γουέστ, της Μακρινής Δύσης πάει να πει.  
Πολλοί πιονέροι στις ΗΠΑ ενώθηκαν στις μαζικές μετακινήσεις προς δυσμάς  για διαφόρους λόγους ο καθένας, που ωστόσο όλοι είχαν να κάνουν με την αναζήτηση καλύτερης ποιότητας ζωής. Άλλοι αναζητώντας μεγαλύτερη έκταση γης για καλλιέργειες ή βοσκοτόπια, άλλοι αναζητώντας φθηνότερο κόστος ζωής από αυτό στις ανατολικές πολιτείες, άλλοι αναζητώντας νέες ευκαιρίες για απόκτηση πλούτου.
Ο δρόμος ήταν πια γνωστός και το μονοπάτι που είχε πατηθεί από χιλιάδες πιονέρους πρωτύτερα, παρά τους κινδύνους που έκρυβε στη διαδρομή του από εχθρικές ινδιάνικες φυλές ήταν η πιο σύντομη διαδρομή. Ήταν η γνωστή πλέον “Λεωφόρος Όρεγκον” και τα 2.000 περίπου της απόστασης απαιτούσαν ταξίδι που διαρκούσε  από τέσσαρις έως έξι μήνες. Τα οκτώ οχυρά του αμερικανικού ιππικού κατά μήκος της διαδρομής θεωρητικά μόνο προσέφεραν την ασφάλεια στους ταξιδιώτες, γιατί μόνο στις καουμπόικες ταινίες του Χόλιγουντ το ιππικό έφτανε πάντα στην ώρα του. Χωρίς επικοινωνιακά μέσα και με άλογα ως μέσον ταχείας μετακίνησης ήταν ακατόρθωτο να προλάβουν ακόμα και αν το σε κίνδυνο καραβάνι βρισκόταν σε μεγαλύτερη από 50-60 χιλιόμετρα απόσταση μακριά από το οχυρό.
Λίγο αργότερα, μετά την προσάρτησή της στις ΗΠΑ το 1848 θα προστεθεί και η Καλιφόρνια στους προς δυσμάς προορισμούς των καραβανιών με κυρίαρχο στοιχείο στη σύνθεση των εποίκων τους “ντεσπεράντος”. Τους “απελπισμένους” που αναζητούσαν στο μυθικό Ελ Ντοράντο το χρυσάφι που έκρυβε η γη. Ήταν η εποχή του πυρετού του χρυσού, που χτύπησε με υψηλές θερμοκρασίες το ενδιαφέρον χρυσοθηρών και τυχοδιωκτών, αλλά και παρανόμων να κινηθούν δυτικά.

ΤΟ ΣΚΕΠΑΣΤΟ ΑΜΑΞΙ
Κυριολεκτικά το όχημα για την κατάκτηση της αμερικανικής Δύσης ήταν το σκεπαστό αμάξι, κοντινός συγγενής, αλλά αρκετά νεώτερος της άμαξας τύπου “Κονεστόγκα” που πρωτοχρησιμοποίησαν οι Γερμανοί άποικοι στην Αμερική από τις αρχές του 18ου αιώνα και χρησιμοποιήθηκαν αργότερα για τις μετακινήσεις στις ανατολικές ακτές των Ηνωμένων Αποικιών της Αμερικής.

Τα Covered Wagons, οι Σκεπαστές Άμαξες, γνωστά επίσης και από την ποιητική παρομοίωσή τους ως “Σκούνες της Στεριάς” υπήρξαν μια πολύ γνώριμη εικόνα στο παλιό Φαρ Γουέστ, καθώς στα μέσα του 19 αιώνα χιλιάδες Αμερικανοί μετατράπηκαν σε εσωτερικούς μετανάστες  διασχίζοντας με αυτά τεράστιες αποστάσεις για τα μέτρα της εποχής στα Μεγάλα Λιβάδια προς το Όρεγκον και την Καλιφόρνια.
             Είχαν κατασκευαστεί για κοντινές αποστάσεις και για τη μεταφορά εμπορευμάτων και όταν χρησιμοποιήθηκαν για τα μεγάλα ταξίδια της περιπέτειας ουδεμία τεχνική βελτίωση υπέστησαν, ιδιαίτερα στην ανάρτησή τους με συνέπεια τα ταξίδια με αυτά να είναι από απλώς άβολα έως επώδυνα για τα σώματα των επιβατών τους.
Σε αντίθεση με τις stage-coach, δηλαδή τις άμαξες-καμπίνες μεταφοράς το πολύ πέντε-έξι επιβατών, που είχαν τις στοιχειώδεις ανέσεις στα καθίσματα και στη σισπανσιόν τους καθώς και το  ότι ανέπτυσσαν μεγαλύτερη ταχύτητα, οι σκεπαστοί αραμπάδες αμερικανικού τύπου ήταν καθαρά αγροτικές άμαξες 5-5.50 μέτρα μήκος και έως 2 μέτρα πλάτος μεταφοράς αγαθών.
Πέντε ή έξι ξύλινες αψίδες ένωναν στα άκρα τους τις πλευρές της καρότσας. Πάνω στις αψίδες τέντωναν καμβά ή άλλο σκληρό ύφασμα και τον στερέωναν με σκοινιά κι αυτόν στις πλευρές του αμαξιού σχηματίζοντας κυλινδρικό σκέπαστρο πάνω από τις άμαξες με ανοίγματα μπρος και πίσω. Η τέντα προσέφερε προστασία στους επιβάτες της άμαξας από τον ήλιο, τη βροχή, αλλά και από τον δυνατό αέρα που συχνά σαρώνει τις απέραντες εκτάσεις των Μεγάλων Λιβαδιών της Δύσης. Εξάλου, δημιουργούσε και μια αίσθηση απομόνωσης σαν την ιδιωτική κατοικία, που είχαν αφήσει πίσω. 
Στο όσο τα σκεπαστά αμάξια διέσχιζαν μικρές αποστάσεις και σε καλούς δρόμους τα έσερναν άλογα. Σε εκείνα, όμως που διέσχιζαν τα λιβάδια η κινητήρια δύναμη ήταν συνήθως ήταν ένα ζευγάρι ή περισσότερα βόδια. Τα οδηγούσε κάποιος ζευγάς ή κτηνηλάτης, που περπατούσε στην αριστερή πλευρά του ζευγαριού. Ο λόγος που προτιμούνταν τα βόδια από άλλα ζώα ήταν επειδή αυτά μπορούσαν να σύρουν μεγαλύτερο φορτίο και θα χρησιμοποιούνταν κατόπιν και για τις αγροτικές εργασίες στις νέες γαίες όπου θα έστηναν το νέο νοικοκυριό τους. Με τη βοήθειά τους θα μετέτρεπαν τη χέρσα γη σε εύφορα χωράφια. Ήταν το όνειρο αυτό που τους οδηγούσε στην αναζήτηση καλύτερης τύχης.
Εξ άλλου τα βοοειδή στοίχιζαν φτηνότερα από ότι τα μουλάρια και τρέφονταν με το γρασίδι που υπήρχε άφθονο στη διαδρομή. Κάθε άμαξα είχε περισσότερα βόδια από όσα χρειάζονταν για να την σύρουν προβλέποντας και τις απώλειες σε ζωντανά στη διαδρομή. Ωστόσο και μουλάρια αρκετές φορές χρησιμοποιούνταν μόνο που ο οδηγός καθόταν στην άμαξα και τα καθοδηγούσε με χαλινάρια.
Τα μικρά παιδιά και οι πιο ηλικιωμένοι. καθώς οι ασθενείς και οι τραυματίες ταξίδευαν μέσα στην άμαξα. Μα όσο οι άμαξες δεν είχαν ανάρτηση και οι δρόμοι ήταν κακοτράχαλοι, πολλοί προτιμούσαν να περπατούν πλάι στις άμαξες, εκτός κι αν είχαν άλογα να ιππεύουν.
Σε κάθε αμάξι γενικά αναλογούσαν το πολύ έως πέντε άτομα, ενώ μια καλοστεκούμενη οικονομικά οικογένεια θα μπορούσε να είχε δυο ή τρεις άμαξες, ή μια ομάδα από μοναχικούς θα μπορούσαν να μοιραστούν μια άμαξα.
Κάθε σκεπαστή άμαξα ήταν ένα κινητό νοικοκυριό μιας οικογένειας με τα απολύτως απαραίτητα και τις βασικές προμήθειες διατροφής για ένα ταξίδι που προβλεπόταν πολύμηνο σε ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες και κακουχίες διασχίζοντας έρημες και συνήθως άγονες εκτάσεις.

Βαρέλια με νερό, που το ανανέωναν σε κάθε προσέγγιση σε ποτάμι, ρουχισμός για τα μέλη της οικογένειας, μαγειρικά σκεύη, εργαλεία για επισκευή των αμαξιών και για αγροτικές εργασίες. Σε αρκετές άμαξες σερνόταν πίσω και ένα άροτρο. Σημαντική ήταν και η πρόβλεψη για τις προμήθειες διατροφής. Παστό κρέας τουλάχιστο δέκα κιλά για κάθε μέλος της οικογένειας, κότες για τα αβγά τους, ξερά φασόλια, αλεύρι και μερικές λίβρες καφέ υπήρχαν
 μέσα σε κάθε άμαξα, καθώς και υποτυπώδης φαρμακευτικός εξοπλισμός για την αντιμετώπιση ασθενειών και τραυματισμών.

Τι έτρωγαν;
Τροφή που μπορούσε να διατηρηθεί. Φασόλια και ρύζι, αποξηραμένο κρέας μαγειρεμένο επί τόπου, αλατισμένο μπέικον, αποξηραμένα φρούτα, παξιμάδια που τα μούλιαζαν στο νερό. Με το αποθηκευμένο αλεύρι ζύμωναν ψωμί και πίτες  και τα έψηναν σε πυροστιές. Έπιναν καφέ, τσάι και χυμό λεμονιού διατηρημένο με ζάχαρη και εμφιαλωμένο.
Μερικές οικογένειες είχαν μαζί τους και αγελάδες για φρέσκο γάλα και βούτυρο. Δεν τους έλειπε πάντως το φρέσκο κρέας και το ποταμίσιο ψάρι αφού στη διάρκεια του ταξιδιού τους κυνηγούσαν ζώα και πτηνά, ή ψάρευαν πέστροφες. Από ινδιάνους αγόραζαν επίσης σολομούς και λαχανικά.

Όταν διέσχιζαν τις απέραντες εκτάσεις των λιβαδιών οι μετακινούμενοι οι άμαξες τους σχημάτιζαν κομβόι, τα wagon trains για αμοιβαία βοήθεια και άμυνα.
Τα σκεπαστά αμάξια και τα “τραίνα”  συνταξιοδοτήθηκαν αρκετά πριν από την εμφάνιση των αυτοκινήτων στους ίδιους, αλλά ασφαλτοστρωμένους πλέον δρόμους και των αεροπλάνων στους αιθέρες.
Φτάνοντας στο τέλος του ταξιδιού τα αμάξια ήταν πια άχρηστα και τα αποσυναρμολογούσαν χρησιμοποιώντας τα ξύλα τους για την κατασκευή ελκήθρων και για σαμάρια μουλαριών.

ΤΑ WAGON TRAINS
Ήταν πολύ σπάνιο έως απίθανο να επιχειρούσε μόνη της μια οικογένεια ένα τόσο μεγάλο ταξίδι με μία ή δύο άμαξες. Ο εποικισμός των πιονέρων στα δυτικά πραγματοποιούταν με μαζική μετακίνηση πολλών δεκάδων οικογενειών με τις αντίστοιχες άμαξές τους. Μικρά καραβάνια από μερικές άμαξες ξεκινούσαν από διάφορες περιοχές της ανατολικής ακτής κατά τον Μάρτιο, όπου καθ οδόν προστίθεντο και άλλες φτάνοντας στο σημείο συνάντησης με καραβάνια από άλλες περιοχές. Στα τέλη Απριλίου που επρόκειτο να ξεκινήσουν για το μεγάλο προς δυσμάς ταξίδι θα είχαν συγκεντρωθεί οικογένειες με 200 έως 300 ανθρώπους συνολικά και 40 έως 60 άμαξες τουλάχιστο, ή γύρω στις 300 άμαξες το πολύ, με 2.000-2.500 πιονέρους και τα ζωντανά τους.

Διασχίζοντας τον Μισσισιπή
 Όταν ξεκινούσε το καραβάνι με την μια άμαξα πίσω από την άλλη επρόκειτο για ένα επίμηκες μετακινούμενο μικρό χωριό, που δεν είχε ωστόσο ούτε το παραδοσιακό σαλούν του, ούτε τον σερίφη του, ούτε το σχολείο (τα παιδιά μάθαιναν κάποια στοιχειώδη, αν υπήρχε δάσκαλος στο καραβάνι, που τα συγκέντρωνε στη μεσημεριανή στάθμευση για το γεύμα) . Είχε, όμως τον “δήμαρχό” του.  Αυτός ήταν ο εκλεγμένος αρχηγός του καραβανιού. Σε μερικά -όχι σε όλα- υπήρχε και μια άμαξα-εκκλησία εφ’ όσον ανάμεσα στους εποίκους υπήρχε και κάποιος εφημέριος. Στις άλλες περιπτώσεις η κάθε οικογένεια τελούσε από μόνη της τις θρησκευτικές της ανάγκες με συνοπτικές διαδικασίες (κυριακάτικος εκκλησιασμός, γάμοι, βαφτίσια, κηδείες).
Ο σχηματισμός αυτός των δεκάδων σκεπαστών αμαξιών, όπου η μία από την άλλη σχημάτιζαν κονβόι λεγόταν Wagon Train. Από μακριά θύμιζε σιδηρόδρομο που αργοσερνόταν στην σιδηροτροχιά του. Αν ο δρόμος που ακολουθούσαν εκτεινόταν σε μεγάλο πλάτος, τότε  ο σχηματισμός χαλούσε και οι άμαξες απλώνονταν για να αποφύγουν τη σκόνη που σήκωνε η μπροστινή τους άμαξα.
Όταν σταματούσαν για τη διανυκτέρευση ο αρχηγός του καραβανιού έδινε εντολή πριν λύσουν τα ζωντανά, να σχηματίσουν τα αμάξια έναν μεγάλο κύκλο για καλύτερη προστασία των ταξιδιωτών από συμμορίες ληστών και εχθρικές φυλές ινδιάνων, ενώ οι φωτιές, με καύσιμη ύλη την κοπριά των ζώων, που συντηρούνταν δυνατές ολόκληρη τη νύχτα από τις βάρδιες, απομάκρυναν και τα επικίνδυνα φίδια των λιβαδιών και της ερήμου.
 Στα πολύ μεγάλα καραβάνια η στρατοπέδευση έπαιρνε κι άλλους στρατηγικούς σχηματισμούς, όπως λόγου χάρη σχηματίζονταν δυο ή και τρεις κύκλοι αμαξιών σε απόσταση μεταξύ τους, ώστε σε περίπτωση επίθεσης, οι επιδρομής να βάλλονται από διασταυρωμένα πυρά, ή σχημάτιζαν παραλληλόγραμμα για μεγαλύτερο μέτωπο πυρός.
Στα πλαίσια της καθημερινής ζωής στο wagon train μετά το βραδινό φαγητό και πριν από τον ύπνο τα παιδιά συνήθιζαν να παίζουν διάφορα ομαδικά παιχνίδια μέσα στην ασφαλή περίμετρο του κύκλου.
Οι ταξιδιώτες κοιμόνταν είτε μέσα στα αμάξια είτε στο ύπαιθρο κάτι από αυτά, είτε σε πρόχειρες τέντες. Βρέφη και παιδιά κοιμόνταν μέσα στα βαγόνια. Σε πολλούς δεν άρεσε να ταξιδεύουν πάνω στα αμάξια, επειδή λόγω του ανώμαλου εδάφους υπήρχαν πολλά τραντάγματα.
Όταν επρόκειτο να διασχίσουν ένα βαθύ ποτάμι έβγαζαν τις ρόδες και τα αμάξια  περνούσαν στην απέναντι όχθη επιπλέοντας σαν σχεδίες.
Μερικοί από τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν στη διάρκεια του ταξιδιού ήταν τα πανικόβλητα κοπάδια των βουβαλιών, επιθέσεις ινδιάνων ή οι σπασμένοι τροχοί, καθώς και οι ασθένειες.
Το πρώτο μεγάλο καραβάνι για το Όρεγκον οργανώθηκε το 1843 και το τελευταίο στη δεκαετία του ‘880 όταν το “Σιδερένιο άλογο”, όπως έλεγαν το τραίνο οι Ινδιάνοι, ανέπτυξε το σιδηροδρομικό του δίκτυο “From coast to coast” δηλαδή από την ανατολική ακτή στη δυτική.

Ο ΑΡΧΗΓΟΣ
Ο αρχηγός του καραβανιού, ο Captain ήταν επιφορτισμένος να οδηγήσει τις άμαξες στον τόπο, όπου είχε συμφωνηθεί πριν από το ξεκίνημα ότι θα είναι το τέλος του ταξιδιού.

Διασχίζοντας τα στενά μονοπάτια στις όχθες της Αλμυρής Λίμνης
 Έπαιρνε τις αποφάσεις για την πορεία, για το πού θα στρατοπέδευαν για διανυκτέρευση, για το σημείο που θα έπρεπε να διασχίσουν ένα ποτάμι, για την αντιμετώπιση απρόβλεπτων και επικινδύνων καταστάσεων και τα μέλη των αμαξών ήταν υποχρεωμένα να υπακούσουν. Δικό του καθήκον ήταν επίσης να σημαίνει το πρωινό εγερτήριο και γενικά στα καθήκοντά του ήταν το καθετί που θα διατηρούσε την πειθαρχία στην ομάδα και θα έκανε πιο εύκολη τη ζωή στο καραβάνι. Αυτόν τον ρόλο τον αναλάμβανε κάποιος μέσα από το καραβάνι κατόπιν ψηφοφορίας από τους υπόλοιπους.

ΙΧΝΕΥΤΕΣ ΚΑΙ ΟΔΗΓΟΙ
Στα περισσότερα καραβάνια είχαν μισθωθεί, πριν να ξεκινήσουν, κάποιοι έμπειροι γνώστες της διαδρομής. Συνήθως κυνηγοί γουνοφόρων ζώων και παγιδοθηρευτές, που παράλληλα προμήθευαν με φρέσκο κρέας από το κυνήγι τους τον κινούμενο καταυλισμό. Γνωρίζοντας τα διάφορα μονοπάτια και περάσματα της διαδρομής ήταν αυτοί πρότειναν στον αρχηγό τη διαδρομή και το πού θα έπρεπε να διανυκτερεύσει με περισσότερη ασφάλεια το καραβάνι. Τέλος, σε περάσματα που ενδεχομένως να καιροφυλακτούσαν εχθρικές ινδιάνικες φυλές έπαιζαν και τον ρόλο της εμπροσθοφυλακής.

Στα σαράντα περίπου χρόνια που διάρκεσε η περίοδος ακμής των σκεπαστών αμαξιών έγιναν και οι περισσότερες μαζικές μετακινήσεις προς τα δυτικά αλλάζοντας το δημογραφικό τοπίο της δυτικής ακτής, όπου έως τότε ελάχιστα είχε αναπτυχθεί στα βορειοδυτικά -στον χάρτη σημειώνονταν τεράστιες εκτάσεις με την ένδειξη “ανεξερεύνητη περιοχή”- ενώ στα νοτιοδυτικά κυριαρχούσε το ισπανόφωνο στοιχείο, λόγω του ότι η περιοχή της Καλιφόρνιας έως τα μισά του 19 αιώνα ελεγχόταν από το Μεξικό..

ΣΚΕΠΑΣΤΑ ΒΑΓΟΝΙΑ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ
Η εποποιία της κατάκτησης της Δύσης συντελέστηκε βασικά από τους εποίκους με τα σκεπαστά αμάξια και η αναφορά τους  σε μυθιστορήματα της αμερικανικής λογοτεχνίας είναι αρκετά συχνή (Westward!, Oregon Trail, Covered Wagons κλπ), ενώ και το κλασικό αμερικανικό γουέστερν κινηματογραφικό είδος αφιέρωσε ταινίες του ή σκηνές σε ταινίες του, κυρίως σε συγκρούσεις καραβανιών με ινδιάνους μεγεθύνοντας τον μύθο της συμβολής τους στην αμερικανική ιστορία.

Το χαμένο Καραβάνι (1952)


Το Σκεπαστό αμάξι (1923)

ΣΤΑ ΚΟΜΙΚΣ














Στην πρώτη έκδοση του 1951 το εξώφυλλο ήτα όμοιο με το εξώφυλλο της αντίστοιχης πρώτης αμεριανικής έκδοσης




ΤΕΛΟΣ

Και το φιλμάκι special προσφορά που κατορθώσατε να φτάσετε μέχρι τέλους με ωραία γουέστερν μουσική