Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

Μικρός Ήρως : 1η ιστορία


Η περιπέτεια αυτή, εμπνευσμένη από το αφήγημα του Στέλιου Ανεμοδουρά «Ο Μικρός Ήρως» γράφτηκε πριν από πέντε χρόνια περίπου, όταν συνεργαζόμουν με τον εκδοτικό οίκο ‘Περιοδικός Τύπος’ του Γιώργου Ανεμοδουρά σαν ένα από τα δύο δείγματα γραφής μιας πρότασης για συνέχιση του Μικρού Ήρωα στην μετά Στέλιου Ανεμοδουρά εποχής. Η πρόταση συνοδευόταν και από έναν κατάλογο ενδεικτικών τίτλων και συντόμων περιλήψεων για πενήντα περιπέτειες με προσπάθεια μίμησης του ύφους και του περιεχομένου των πρωτοτύπων κειμένων του συγγραφέα-δημιουργού του ‘Μικρού Ήρωα’. Η ιδέα δεν προχώρησε περισσότερο με κυριότερο λόγο την αποχώρησή μου από τον εκδοτικό οίκο.
Είδε το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά κοντά δυο μήνες πριν, όταν ο Νίκος Νικολαΐδης την ανέβασε στο blog του Μπλεκ μέσω του δικού του λογαριασμού, επειδή δεν είχα ακόμα δικό μου λογαριασμό. Δεν είχε δημοσιευτεί ολόκληρη, παρά ένα μεγάλο μέρος της. ’Έλειπε ένα ενδιάμεσο επεισόδιο και το τέλος της, όπου και πάλι αφήνει εκκρεμότητα για το ‘επόμενο (μη γραμμένο, ωστόσο) τεύχος’ σύμφωνα με την προσφιλή μέθοδο των περισσοτέρων περιοδικών του είδους εκείνη την εποχή. Τώρα αναρτάται ολόκληρο το επεισόδιο και, ζωή να έχει, βγαίνει κομμάτι μεγαλύτερο από το μήκος που είχαν συνήθως τα κείμενα αυτών των περιοδικών, γνωρίζοντας ότι η ηλεκτρονική ανάρτηση δεν εξαρτάται από τους περιορισμούς μιας έντυπης έκδοσης.
Χρονικά γράφτηκε πριν από την περιπέτεια που αναρτήθηκε την προηγούμενη εβδομάδα και δεν συνδέεται με αυτήν.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ (με τίτλο: «Ματαιώστε την Επιχείρηση Χ!», που υπάρχει μόνον ως σημείωση επεισοδίων).
Για την καλύτερη κατανόηση της ολοκλήρωσης του πρώτου επεισοδίου του ‘τεύχους’ -εκκρεμότητα και αυτό από το προηγούμενο μη γραμμένο ‘τεύχος’- παρατίθεται μια μικρή περίληψη.
Η συμμαχική αντικατασκοπεία πληροφορείται για κάποια Επιχείρηση Χ που ετοιμάζουν οι Γερμανοί. Αγνοείται ο στόχος της το πότε και το πού θα εκδηλωθεί, Γνωρίζουν ακόμα ότι εμπνευστής της είναι ένας συνταγματάρχης-επιτελικός του ανώτατου Γερμανικού Επιτελείου, ο Όττο φον Στούλε, που στέλνεται στην Ελλάδα να οργανώσει από εκεί την Επιχείρηση. Για προκάλυψη τοποθετείται ως διοικητής στην Ελλάδα του κλιμάκιου της Αμπβέρ, δηλαδή της γερμανικής αντικατασκοπείας.
Οι Σύμμαχοι αναθέτουν στο Παιδί-Φάντασμα να μάθει το περιεχόμενο του φακέλου με τα σχέδια της Επιχείρησης Χ που κατά τα φαινόμενα θα εκδηλωθεί από την κατεχόμενη Ελλάδα.
Το Παιδί-Φάντασμα καταφέρνει να απαγάγει τον συνταγματάρχη και την γραμματέα του, ενώ έφευγαν από τη βίλα του με το αυτοκίνητο του φον Στούλε.
Πριν να γίνει αντιληπτή η απουσία του από τους Γερμανούς. Πριν να γίνει και για να μην γίνει αντιληπτή από του Γερμανούς η αναίτια απουσία του φον Στούλε μεταμφιέζεται με τα χαρακτηριστικά του συνταγματάρχη και με το υπηρεσιακό αυτοκίνητό του φτάνει στο Γενικό Αρχηγείο των Γερμανικών στρατευμάτων Κατοχής στην Ελλάδα προκειμένου να πάρει μέρος στη σύσκεψη που γίνεται με την ιδιότητά του σαν διοικητής νευραλγικής υπηρεσίας αντικατασκοπίας.
Ταυτόχρονα, αναθέτει αποστολή στην Κατερίνα, μεταμφιεσμένη κι αυτή σαν Μαρλένε Στράους να πάει στη βίλα του συνταγματάρχη για να προσπαθήσει να φωτογραφίσει τα έγγραφα από τον φάκελο της Επιχείρησης Χ, χωρίς να τα πάρει.
Ο στόχος του Γιώργου συμμετέχοντας στη σύσκεψη είναι αφενός να μάθει πληροφορίες για τις στρατηγικές κινήσεις των Γερμανών στην Ελλάδα και αφετέρου, αν βρει την ευκαιρία να ανατινάξει το κτίριο στο οποίο βρίσκεται σύσσωμη η γερμανική ηγεσία μεταξύ των οποίων και ο στρατάρχης Λιστ ο ανώτατος στρατιωτικός διοικητής των κατεχομένων βαλκανικών εδαφών.
Στο μεταξύ, ο φον Στούλε, που κρατιέται αιχμάλωτος στο κρησφύγετο των παιδιών (η γραμματέας του κρατιέται αλλού), καταφέρνει να ξεγελάσει τον Σπίθα που τον φυλάει και να το σκάσει, αλλά και να ειδοποιήσει στη βίλα του για την επικείμενη επίσκεψη της Κατερίνας. Κατορθώνει να φτάσει στο αρχηγείο πριν ολοκληρωθεί η σύσκεψη και να σημάνει συναγερμό, ενώ ο Γιώργος έχοντας προφασιστεί, λίγο νωρίτερα, δικαιολογία ότι πρέπει να πάει στο σπίτι του να φέρει κάποιον φάκελο, ετοιμάζεται να πυροδοτήσει εκρηκτικό μηχανισμό στα υπόγεια του κτιρίου, όπου είναι αποθηκευμένα τα καύσιμα του αρχηγείου. Εξ αιτίας του συναγερμού γίνεται αντιληπτός και παγιδεύεται στο υπόγειο με το φιτίλι να τρέχει προς τον εκρηκτικό μηχανισμό.


Η εικονογραφική σύνθεση είναι του ζωγράφου Μάριου Χονδρογιάννη ειδικά για την αυτή την ιστορία

Η ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ

Στα νύχια του θανάτου
Το Παιδί-Φάντασμα, το ηρωικό Ελληνόπουλο, που έχει τάξει τη ζωή του στην απελευθέρωση της πατρίδας του, από τον ζυγό του βάρβαρου κατακτητή, ζει ίσως τις τελευταίες στιγμές του.
Από στιγμή σε στιγμή η μικρή αυτοσχέδια βόμβα, που έχει τοποθετήσει στα βαρέλια με τα καύσιμα στο υπόγειο του γενικού αρχηγείου των γερμανικών δυνάμεων Κατοχής στην Ελλάδα, θα εκραγεί. Και τότε, το ξενοδοχείο-στρατηγείο της Κηφισιάς θα ανατιναχθεί με όλους όσους βρίσκονται σε αυτό.
Μαζί με τους εχθρούς της πατρίδας του θα σκοτωθεί και ο ίδιος, αφού βρίσκεται παγιδευμένος κι άοπλος στην υπόγεια αποθήκη καυσίμων μεταμφιεσμένος σε Γερμανό αξιωματικό. Απέξω τον πολιορκεί σχεδόν ολόκληρη η φρουρά του Αρχηγείου.
Οι Γερμανοί, όμως, δεν τολμούν να του επιτεθούν, επειδή είναι σίγουρο ότι οι σφαίρες από τα αυτόματά τους θα χτυπήσουν και τα βαρέλια με τη βενζίνα κάνοντάς τα να εκραγούν.
Περιμένουν να εκδηλώσει την επίθεσή του πρώτο το Παιδί-Φάντασμα. Αν, ωστόσο ήξεραν πως ο θάνατος τους πλησιάζει με γοργά βήματα, θα είχαν τραπεί σε φυγή για να σωθούν.
Παρόλο, που η κατάσταση είναι απελπιστική ο Γιώργος δεν χάνει το κουράγιο του. Ελπίζει πως έστω και την τελευταία στιγμή θα βρει τον τρόπο να σωθεί.
Η πεποίθησή του, ότι όσο ζει, ελπίζει, τον έχει σώσει σε πολλές παρόμοιες δύσκολες καταστάσεις. Ακόμα και όταν το χέρι του θανάτου, όπως και τώρα, σχεδόν τον είχε αγγίξει με τα παγωμένα δάχτυλά του. Ξέρει, πως κάποια μέρα μπορεί να σκοτωθεί πολεμώντας τους Γερμανούς. Για αυτό, ο θάνατος δεν τον φοβίζει.
Αλλά αυτή τη στιγμή, ειδικά, υπάρχουν δυο λόγοι για τους οποίους πρέπει να σωθεί με κάθε τρόπο. Πρώτον, επειδή πρέπει να πληροφορηθεί το Συμμαχικό Στρατηγείο στο Κάιρο για το σχέδιο της ‘‘Επιχείρησης Χ’’ των Γερμανών και δεύτερον, επειδή η αγαπημένη του Κατερίνα κινδυνεύει θανάσιμα σε αποστολή, όπου ο ίδιος την έχει στείλει.
Το μόνο που του απομένει, είναι να τα παίξει όλα για όλα και να δράσει αστραπιαία. Έτσι κι αλλιώς είναι καταδικασμένος και δεν έχει να χάσει τίποτα περισσότερο. Αντίθετα, αν το σχέδιό του πετύχει, υπάρχει κάποια ελπίδα να τα καταφέρει, μολονότι οι λογικές πιθανότητες είναι μηδενικές.
Με γοργές κινήσεις αποσπάει το φιτίλι, που κόντευε να φτάσει στο μπαρούτι του αυτοσχέδιου εκρηκτικού μηχανισμού. Παίρνει προσεκτικά τις δυο απασφαλισμένες χειροβομβίδες από τη λαβή τους και πλησιάζει στην πόρτα. Τις χτυπάει ελαφρά στον τοίχο για να τις ενεργοποιήσει και αρχίζει να μετράει από μέσα του: ένα, δύο, τρία δευτερόλεπτα…
Ανοίγει απότομα την πόρτα και τις πετάει όσο πιο μακριά μπορεί στον διάδρομο. Και πριν προλάβουν οι Γερμανοί να αντιδράσουν, ξανακλείνει αμέσως την πόρτα κολλώντας το σώμα του στον τοίχο.
Το επόμενο δευτερόλεπτο μια τρομακτική έκρηξη συγκλονίζει το κτίριο καλύπτοντας με τον εκκωφαντικό κρότο της τις κραυγές τρόμου και πόνου των Γερμανών που τον πολιορκούσαν. Το ωστικό κύμα της έκρηξης ξεκολλάει την πόρτα από τους μεντεσέδες της και την πετάει μερικά μέτρα μέσα στο δωμάτιο. Ταυτόχρονα πυκνοί καπνοί γεμίζουν τον χώρο κάνοντας τα μάτια του να τσούξουν.
Σκεπάζει με την παλάμη του το στόμα του και τα ρουθούνια του και ρίχνεται μέσα στους καπνούς. Βγαίνοντας αντικρίζει ένα τοπίο φρίκης και καταστροφής. Γκρεμισμένοι τοίχοι και πεσμένα κορμιά. Ανεβαίνει τρέχοντας τη σκάλα κρατώντας πάντα το χέρι του μπροστά στο πρόσωπό του.
Στο ισόγειο τρέχουν πανικόβλητοι στρατιώτες και αξιωματικοί μη ξέροντας τι ακριβώς είχε συμβεί στο υπόγειο, όπου η φρουρά του κτιρίου είχε παγιδέψει έναν πράκτορα του εχθρού.
-Έριξε εμπρηστική χειροβομβίδα!… Γρήγορα, όλοι έξω! Η φωτιά θα φτάσει τα βαρέλια της βενζίνας! Το κτίριο θα ανατιναχθεί! τους φωνάζει ο Γιώργος.


Όσοι τον ακούν δεν έχουν κανένα λόγο να μην πιστέψουν έναν Γερμανό αξιωματικό, έστω και με κρυμμένο το πρόσωπο, που τρέχει κι αυτός έξω να σωθεί. Ο πανικός τους πολλαπλασιάζεται, μεταδίδεται και στους υπόλοιπους.
Μέσα στη σύγχυση ο Γιώργος καταφέρνει να βγει από το κτίριο απαρατήρητος .
Ο Γιώργος τρέχοντας φτάνει στο αυτοκίνητο του φον Στούλε, του οποίου έχει πάρει τα χαρακτηριστικά και με το οποίο είχε έρθει στη σύσκεψη της ανωτάτης διοίκησης.
Το αυτοκίνητο είναι παρκαρισμένο μερικά μέτρα μακριά από το Αρχηγείο.
Πηδάει γοργά στη θέση του οδηγού και πριν καλά-καλά κλείσει την πόρτα του, έχει κιόλας ξεκινήσει.
Η βίλα του φον Στούλε βρίσκεται και αυτή στην Κηφισιά. Δεν θα χρειαστεί περισσότερο από δέκα λεπτά για να είναι εκεί.
Προσεύχεται η Κατερίνα να μην έχει φτάσει ακόμα, επειδή είχε ξεκινήσει μετά τον Γιώργο με το ποδήλατό της από το κρησφύγετό τους, κάπου στους Αμπελοκήπους.


Η παγίδα
Στο μεταξύ, η Κατερίνα ανύποπτη για την παγίδα που πάει να πέσει, έχει φτάσει κοντά στη βίλα του φον Στούλε. Αφήνει το ποδήλατο ένα τετράγωνο μακριά και περπατώντας όσο πιο ήρεμα μπορεί πλησιάζει στην είσοδο του μεγάλου κήπου, που περιβάλλει την αρχοντική βίλα-πύργο της Κηφισιάς.
Ο φρουρός στην είσοδο αναγνωρίζει την Μαρλένε Στράους, την όμορφη γραμματέα του φον Στούλε και χαιρετώντας την χαμογελαστά, της ανοίγει την πύλη.
Στο χαμόγελό του υπάρχει μια ελαφριά ειρωνεία, που η Κατερίνα αντιλαμβάνεται. Οι συγκρούσεις της με τον εχθρό όλο αυτόν τον καιρό έχουν εξασκήσει το ένστικτό της και ένα καμπανάκι μέσα της την ειδοποιεί, πως κάτι ύποπτο συμβαίνει. Παρ’ όλα αυτά ανταποδίδει τον χαιρετισμό στον φρουρό χαμογελώντας και περνάει μέσα στον κήπο. Από τη στιγμή αυτή όλες οι αισθήσεις τίθενται σε κατάσταση συναγερμού.
Ο φρουρός κλείνοντας την πύλη πίσω της μπαίνει στο φυλάκιό του και σηκώνει το ακουστικό του εσωτερικού τηλεφώνου. Ειδοποιεί μονολεκτικά.
-Ήρθε!
Και κατεβάζει το ακουστικό.
Η Κατερίνα ψάχνει με το βλέμμα της ολόγυρα για τον κίνδυνο, που νιώθει να την παραμονεύει. Με την άκρη του ματιού της προλαβαίνει να δει τη σιλουέτα ενός άνδρα πίσω από τα κλειστά τζάμια σε παράθυρο του δεύτερου ορόφου.
Ο άνδρας αποτραβιέται γρήγορα πίσω από το παράθυρο, μόλις η Κατερίνα άρχισε να σηκώνει το βλέμμα της προς τα πάνω.
Σαν να μη συμβαίνει τίποτα η Ελληνοπούλα πλησιάζει με σταθερό βήμα στη μαρμάρινη σκάλα του μεγαλόπρεπου πέτρινου οικήματος. Κοιτάζει γύρω της και με μια αστραπιαία κίνηση κρύβεται πίσω από έναν φουντωτό θάμνο, που την καλύπτει ολόκληρη.
Περιμένει λίγα λεπτά και η έμπνευσή της να κρυφτεί ανταμείβεται. Η πόρτα της εισόδου ανοίγει. Στο κατώφλι εμφανίζεται ένας άνδρας. Ήταν ο ίδιος που η Κατερίνα είχε προσέξει να την παρακολουθεί από το παράθυρο.
Περιφέρει το βλέμμα του απορημένος και μη βλέποντας πουθενά την κοπέλα βγάζει από την τσέπη του ένα πιστόλι και με γοργά βήματα κατεβαίνει στον κήπο. Σχεδόν τρέχοντας παίρνει το πλακόστρωτο μονοπάτι που οδηγεί στο πίσω μέρος του σπιτιού.
Η Κατερίνα περιμένει να στρίψει πρώτα στη γωνία και ύστερα βγαίνοντας γρήγορα από την κρυψώνα της μπαίνει στο σπίτι από την ανοικτή και αφύλακτη πόρτα.
Ο Γιώργος της είχε εξηγήσει τα κατατόπια και δεν δυσκολεύεται να βρει το γραφείο του φον Στούλε στο ισόγειο. Η πόρτα του γραφείου είναι κλειστή, αλλά όχι κλειδωμένη. Την ανοίγει χωρίς δισταγμό και μπαίνει μέσα κλείνοντάς την πίσω της.
Τρέχει στο βαρύ δρύινο γραφείο του Γερμανού συνταγματάρχη. Πάνω-πάνω σε μια στοίβα από φακέλους εντοπίζει το ντοσιέ με τον κώδικα αποκρυπτογράφησης της ‘‘Επιχείρησης Χ’’.
Η Κατερίνα ανοίγει βιαστικά το ντοσιέ βγάζει από την τσέπη της μια μικροσκοπική αλλά με πανίσχυρο φακό φωτογραφική μηχανή και φωτογραφίζει με ταχύτητα τις τρεις-τέσσαρες σελίδες του εγγράφου με τον μυστικό κώδικα. Ύστερα ρίχνει τη μηχανή στην τσέπη της φούστας της κλείνει το ντοσιέ, το ξαναβάζει στη θέση του και κρύβεται πίσω από τον καναπέ στον τοίχο.
Ήταν καιρός, γιατί στον διάδρομο ακούγονται βιαστικά βήματα. Η πόρτα ανοίγει απότομα και στο κατώφλι της εμφανίζεται το πρόσωπο του άντρα, που την έψαχνε προηγουμένως. Στο χέρι του κρατάει προτεταμένο το πιστόλι του έτοιμος να πυροβολήσει. Ρίχνει μια ματιά στο δωμάτιο. Διαπιστώνει πως το πολύτιμο ντοσιέ βρίσκεται στη θέση του, πλησιάζει το ανοίγει και διαπιστώνει ότι τα έγγραφα είναι στη θέση τους και με έναν στεναγμό ανακούφισης βγαίνει από το δωμάτιο κλείνοντας την πόρτα πίσω του.
Η Κατερίνα μην ακούγοντάς τον να απομακρύνεται στον διάδρομο, υποθέτει πως θα έχει κρυφτεί κάπου έξω περιμένοντάς την για να την υποδεχτεί κατάλληλα.
Παρά τη δύσκολη θέση της, χαμογελάει με το πάθημά του και αφού παραμένει λίγα λεπτά στην κρυψώνα της για να βεβαιωθεί πως δεν θα μπει κάποιος ξαφνικά στο δωμάτιο, σηκώνεται και με αθόρυβα βήματα πλησιάζει στο παράθυρο. Κοιτάζει έξω με προφυλάξεις και το ανοίγει. Διασκελίζει το περβάζι και πηδάει ανάλαφρα σαν γάτα στο έδαφος του κήπου από ύψος λιγότερο από τρία μέτρα.
Τοίχο-τοίχο και πίσω από τους φουντωτούς θάμνους στο παρτέρι θέλει να φτάσει στη γωνία και από εκεί να βρει κάποιο τρόπο να βγει από τον κήπο αποφεύγοντας την κεντρική πύλη.
Ένα πλατάνι στον μαντρότοιχο από την άλλη μεριά του κεντρικού δρόμου ρίχνει μερικά κλαδιά του στον απόμερο δρόμο. Για την άριστα γυμνασμένη Κατερίνα είναι παιχνιδάκι να σκαρφαλώσει στο δένδρο και από εκεί να πηδήξει στον δρόμο.
Ετοιμάζεται να διασχίσει την απόσταση τρέχοντας, όταν μια φωνή πίσω της σε ειρωνικό τόνο την διατάζει:
-Ακίνητη, φροϊλάιν Στράους, ή μήπως φροϊλάιν Κατερίνα;
Η Κατερίνα γυρίζει ξαφνιασμένη. Από τη γωνία είχε ξεπροβάλει ένας Γερμανός στρατιώτης κρατώντας στα χέρια του ένα πιστόλι. Αφού ξεπερνάει την πρώτη έκπληξη, είναι η σειρά της να αιφνιδιάσει τον στρατιώτη.
Μετράει με το βλέμμα την απόσταση που τους χωρίζει. Δεν είναι περισσότερο από δυο μέτρα. Γέρνει το κορμί της σαν να θέλει να φύγει προς τα εκεί. Ο στρατιώτης στρέφει ελαφρά τη σκόπευση του πιστολιού του και αρχίζει να πιέζει τη σκανδάλη.
Τότε η Κατερίνα αστραπιαία ορμάει πάνω του και τον πιάνει από τον καρπό. Με μια απότομη λαβή του σηκώνει το χέρι ψηλά, καθώς αυτός έχει πατήσει τη σκανδάλη και η σφαίρα ταξιδεύει στον ουρανό. Η επόμενη κίνηση της Κατερίνας υποχρεώνει τον Γερμανό να αφήσει το πιστόλι να του πέσει στο έδαφος.
Ο φρουρός όμως είναι χειροδύναμος και εκπαιδευμένος. Αντιδρά ακαριαία αναγκάζοντας την Κατερίνα από επιτιθέμενη να βρεθεί σε θέση άμυνας.


Το Παιδί-Φάντασμα επεμβαίνει
Την ίδια ώρα έξω από τη βίλα το αυτοκίνητο του φον Στούλε με τον Γιώργο φρενάρει απότομα κάνοντας τα λάστιχα να στριγκλίσουν καθώς σέρνονται στην άσφαλτο. Το ηρωικό Ελληνόπουλο με τα χαρακτηριστικά και τη στολή του Γερμανού συνταγματάρχη βγάζει το κεφάλι του από το παράθυρο και διατάζει τον φρουρό.
-Άνοιξε γρήγορα την πόρτα!
Ο Γερμανός στρατιώτης αναγνωρίζει τον ‘‘φον Στούλε’’ και τσακίζεται να υπακούσει.
Καθώς το αυτοκίνητο διασχίζει την πύλη ο φαντάρος χαιρετά στρατιωτικά και ταυτόχρονα πληροφορεί τον προϊστάμενό του.
-Μέσα στο σπίτι βρίσκεται μια κατάσκοπος του εχθρού, συνταγματάρχα μου!..
-Το ξέρω, ηλίθιε!.. Για αυτό βιάζομαι!
Παρά τον άψογο τρόπο με τον οποίον υποδύεται τον Γερμανό συνταγματάρχη της γερμανικής Αντικατασκοπείας, ένα παγωμένο χέρι σφίγγει την καρδιά του Γιώργου. Θα προλάβει ζωντανή την Κατερίνα;
Διασχίζει τον στρωμένο με γαρμπίλι διάδρομο πατώντας ως το τέρμα το γκάζι κάνοντας τη μηχανή του αυτοκινήτου να μουγκρίσει σαν πληγωμένο θηρίο. Οι ρόδες πατινάρουν στο μαλακό χαλίκι του διαδρόμου αφήνοντας πίσω του ένα σύννεφο σκόνης.
Μόλις φτάνει στη σκάλα της βίλας και πριν καλά-καλά το αυτοκίνητο σταματήσει ο Γιώργος έχει πηδήξει έξω από αυτό κρατώντας το πιστόλι που υπήρχε στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου. Δεν ξέρει πού είναι η Κατερίνα, αλλά μάλλον θα την έχουν πιάσει και θα την ανακρίνουν στο υπόγειο, ή στο γραφείο του συνταγματάρχη.
Δεν προλαβαίνει να ανέβει τη σκάλα, όταν ακούει τον πυροβολισμό από το πίσω μέρος της βίλας. Σταματάει και τρέχοντας με μεγάλους διασκελισμούς κατευθύνεται προς τα εκεί.
-Κατερίνα! βογκάει με απόγνωση, καθώς ξεχώρισε από τον κρότο του πυροβολισμού, ότι επρόκειτο για λούγκερ, πιστόλι που χρησιμοποιούν οι Γερμανοί στρατιώτες.
Στρίβει στη γωνία με την καρδιά σφιγμένη για το τι πρόκειται να αντικρίσει και βλέπει τον Γερμανό να έχει καταφέρει μια δυνατή γροθιά στην Ελληνοπούλα. Αυτή με ένα βογκητό πόνου πέφτει προς τα πίσω μισοχάνοντας τις αισθήσεις της. Ο Γερμανός σκύβει παίρνει το πιστόλι του και τη σημαδεύει περιμένοντάς την να συνέλθει.
Ο Γιώργος επανακτεί την ψυχραιμία του και με σταθερή φωνή φωνάζει στον φρουρό.
-Μπράβο, στρατιώτη!..
Ο φρουρός γυρίζει ξαφνιασμένος και βλέπει μπροστά του τον συνταγματάρχη φον Στούλε. Στέκεται σε στάση προσοχής. Κατόπιν χτυπώντας τη μπότα του με δύναμη στο έδαφος σηκώνει το δεξί του χέρι, που κρατά ωστόσο ακόμα το πιστόλι και χαιρετά ναζιστικά.
-Χάιλ, Χίτλερ!
-Ζιγκ χάιλ! του ανταποδίδει ο Γιώργος τον χαιρετισμό.
Η Κατερίνα αρχίζει να σηκώνεται αργά. Ο Γιώργος την βλέπει και προτείνοντάς της το πιστόλι του την διατάζει άγρια.
-Μείνε εκεί που είσαι, φροϊλάιν Κατερίνα!… Εγώ θα σου πω πότε θα σηκωθείς!.. Ω, τα θερμά μου συγχαρητήρια για την άψογη μεταμφίεσή σας.. Αν δεν το ήξερα, ούτε κι εγώ θα μπορούσα να σε ξεχωρίσω από την Μαρλένε Στράους, τη γραμματέα μου!
Στο μεταξύ έχοντας ακούσει τον πυροβολισμό και ο άνδρας που έψαχνε την Κατερίνα προηγουμένως, εμφανίζεται τρέχοντας από την άλλη μεριά του σπιτιού. Στο χέρι του κρατάει κι αυτός πιστόλι έτοιμος να πυροβολήσει. Το κατεβάζει μόλις διαπιστώνει ότι η κατάσταση ελέγχεται από τον Γερμανό στρατιώτη και τον προϊστάμενό του συνταγματάρχη φον Στούλε.
Ο Γιώργος αναγνωρίζει στο πρόσωπό του τον λοχαγό Χάινριχ Μέγκελ, βοηθό του διοικητή της Ες-Ντε στην Αθήνα.
Ανταλλάσσουν τον ναζιστικό χαιρετισμό και το Παιδί-Φάντασμα με τις αισθήσεις του σε επιφυλακή, να μην κάνει κάποιο μοιραίο λάθος στη συμπεριφορά του, ρωτάει τον λοχαγό.
-Μπήκε στο γραφείο μου;
Δεν το νομίζω, συνταγματάρχα μου. Όπως μας είχατε ειδοποιήσει, την περιμέναμε να έρθει. Μόλις μπήκε στον κήπο, ο φρουρός της πύλης με ενημέρωσε και την παρακολουθούσα καθώς ερχόταν στο σπίτι. Φαίνεται, όμως, πως κατάλαβε την παγίδα και δεν χτύπησε να της ανοίξουμε. Προφανώς έψαχνε να βρει κάποια άλλη είσοδο να μπει κρυφά…
Όσο μιλούσε ο λοχαγός, ο Γιώργος κάνει ένα αδιόρατο νόημα στην Κατερίνα για να καταλάβει ότι είναι αυτός και όχι ο πραγματικός φον Στούλε.
-Κατέβηκα στον κήπο κι έψαξα να την βρω. Θα είχε κρυφτεί κάπου περιμένοντας μια κατάλληλη ευκαιρία.
-Δηλαδή, δεν πρόλαβε να μπει στο γραφείο μου;
-Ασφαλώς και όχι! Το ντοσιέ σας βρίσκεται απείραχτο πάνω στο γραφείο σας, όπως το είχατε αφήσει.
Με την άκρη του ματιού του ο Γιώργος προσέχει την Κατερίνα, που με ένα ανεπαίσθητο βλέμμα του δείχνει την τσέπη της.
-Πολύ καλά, λοχαγέ. Τότε δεν χρειάζεται να την ψάξουμε, λοιπόν. Πώς την πιάσατε;
-Διέταξα επιφυλακή και φαίνεται ότι ο φρουρός την είδε, καθώς θα ετοιμαζόταν να μπει από κάποιο ανοικτό παράθυρο του ισογείου.
-Γιαβόλ, χερ άουπτμαν (Μάλιστα, κύριε λοχαγέ), τον επιβεβαίωσε ο στρατιώτης.
-Ζερ γκουτ! (πολύ καλά!), χαμογέλασε με φανερή ικανοποίηση ο Γιώργος, αλλά μόνον η Κατερίνα κατάλαβε, πού οφειλόταν η ικανοποίησή του…
-…Και τώρα αγαπητή μας Κατερίνα θα πρέπει να μας απαντήσετε σε μερικές ερωτήσεις. Από τη συνεργασία σας θα εξαρτηθεί το πόσο καλά θα σας φερθούμε μέχρι το εκτελεστικό απόσπασμα, όπου χωρίς καμιά λύπη ομολογώ, ότι δεν θα το αποφύγετε. Απλώς θα αποφύγετε κάποιες επώδυνες για σας διαδικασίες. Δεν πρόκειται να σας ρωτήσω, πού θα βρω το Παιδί-Φάντασμα, γιατί ξέρω πού είναι. Αν υπολογίζω σωστά την ώρα, θα πρέπει τώρα να βρίσκεται στο πλησιέστερο ανακριτικό γραφείο της Γκεστάπο!.. Απέτυχε κι αυτός στη δική του αποστολή στο Αρχηγείο και συνελήφθη, επειδή κατάφερα εγώ να δραπετεύσω έγκαιρα!..
Η Κατερίνα καταφέρνει να δώσει στο πρόσωπό της το χρώμα της νεκρικής χλωμάδας σαν αυτό που άκουγε να ήταν αλήθεια.
Από τα στήθη της βγαίνει ένα ξέπνοο βογκητό οδύνης, που κάνει τον Γιώργο να θαυμάσει την ηθοποιία της.
-Από ό,τι καταλαβαίνω η σύλληψή του θα κάνει τα πράγματα πιο εύκολα στη συνεργασία μας, της λέει ο Γιώργος με τόνο ειρωνείας επιτυγχάνοντας κι αυτός με τη σειρά του να παίξει θαυμάσια τον ρόλο του Γερμανού… Πού κρατάτε αιχμάλωτη τη γραμματέα μου τη φροϊλάιν Στράους; Ξέρετε, γνωρίζει πολλά για τη δουλειά που κάνω και μου είναι απαραίτητη.
-Πιστεύεις, Γερμανέ, ότι θα με κάνεις να σου πω; Τον ρωτάει η Κατερίνα με προσποιητή περιφρόνηση στον τόνο της φωνής της.
Ο Γιώργος ευχαριστεί από μέσα του τον Θεό, γιατί η Κατερίνα του έδωσε την απάντηση που ήθελε και με το ύφος που έπρεπε.
-Θα προσπαθήσω, τότε λοιπόν, να μάθω αυτό που θέλω με τρόπο καθόλου ευχάριστο για σένα!..
Λοχαγέ, πάρε την και έλα μαζί μου. Θα την πάμε να την ανακρίνουμε στο αρχηγείο μας.
-Με όλο τον σεβασμό, συνταγματάρχα μου, αυτό είναι δουλειά της Γκεστάπο. Γιατί δεν τους ειδοποιούμε, να έρθουν για να την παραλάβουν;
-Γιατί, αυτοί εκεί πέρα δεν θα ενδιαφερθούν να μου βρουν τη γραμματέα μου. Θα την σακατέψουν προσπαθώντας να μάθουν άλλες πληροφορίες, που και αυτές πάλι αφορούν περισσότερο εμάς παρά αυτούς. Πάμε!
Το επιχείρημα του Γιώργου ήταν απόλυτα κατανοητό σε κάθε Γερμανό αξιωματικό, που ήξερε την αντιπαλότητα στα όρια του μίσους ανάμεσα στις διάφορες μυστικές υπηρεσίες των δυνάμεων Κατοχής.
-Στις διαταγές σας, μάιν χερ όμπερστ! (κύριε συνταγματάρχα μου!).
Ο Γιώργος σπρώχνει την Κατερίνα προς το αυτοκίνητο πιέζοντας ελαφρά το πιστόλι του στα πλευρά της.
-Θα οδηγήσεις εσύ, λοχαγέ και θα την προσέχω εγώ. Κι εσύ, λέει στον φρουρό, ειδοποίησε το Αρχηγείο, να ετοιμαστούν για ανάκριση τρίτου βαθμού. Τους πηγαίνω μια επικίνδυνη και επικηρυγμένη κατάσκοπο του εχθρού.
-Γιαβόλ, χερ όμπερστ! λέει ο φρουρός και χαιρετώντας ναζιστικά κάνει μεταβολή και τρέχει προς το σπίτι να εκτελέσει τις διαταγές του συνταγματάρχη.
Ο λοχαγός Χάινριχ Μένγκελ κάθεται στο τιμόνι, και ο ‘‘φον Στούλε’’ με την Κατερίνα, στην οποία έχουν φορέσει στο μεταξύ χειροπέδες, κάθονται στο πίσω κάθισμα.
Η κούρσα παίρνει αργά τον δρόμο για την Αθήνα. Δευτερόλεπτα αφότου έχει στρίψει στη γωνία του δρόμου, ο Γιώργος ακούει τη σειρήνα μοτοσικλέτας της Φελντ Πολιτσάι (Στρατιωτική Αστυνομία) που σταματούσε έξω από τη βίλα του φον Στούλε. Καταλαβαίνει, ότι κάτι συμβαίνει. Τη σειρήνα, όμως την έχει ακούσει και ο Μένγκελ.
-Κάτι τρέχει, κύριε συνταγματάρχη. Η σειρήνα της αστυνομίας!.
-Ναι! Σταμάτησε και κάνε στροφή να γυρίσουμε!. Πρέπει να δούμε τι συμβαίνει!
Ο λοχαγός φρενάρει το αυτοκίνητο, αλλά δεν προλαβαίνει να κάνει τη μανούβρα να επιστρέψει. Η κάνη του πιστολιού, που κρατούσε ο Γιώργος, προσγειώνεται με δύναμη στη βάση του κρανίου του και ο λοχαγός με έναν βαθύ αναστεναγμό χάνει τις αισθήσεις του γέρνοντας πάνω στο τιμόνι.
Ο Γιώργος βγαίνει γοργά από το πίσω κάθισμα, τραβάει τον αναίσθητο Γερμανό και τον αφήνει στο πεζοδρόμιο. Κάθεται στη θέση του οδηγού και αναπτύσσει ταχύτητα.
Κοντά στο Γηροκομείο στρίβουν αριστερά στην Κηφισίας και εγκαταλείπουν το γερμανικό αυτοκίνητο σε ένα στενό. Ο Γιώργος απαλλάσσεται από τη γερμανική στολή που φορούσε πάνω από τα δικά του ρούχα και συνεχίζουν με τα πόδια ως το κρησφύγετό τους μια μονοκατοικία κάπου στο τέρμα Αμπελοκήπων.


Το μπλόκο
Έχουν περάσει κάμποσες μέρες από τα δραματικά γεγονότα της Κηφισιάς, που παραλίγο να στοίχιζαν στα ηρωικά Ελληνόπουλα τη ζωή τους και στους Συμμάχους μια βαριά ήττα.
Οι Γερμανοί ματαίωσαν την ‘‘Επιχείρηση Χ’’, αφού χάρη στα κλειδιά αποκρυπτογράφησης του κώδικά της εξαρθρώθηκε η ομάδα των σαμποτέρ, που θα πραγματοποιούσε το πρώτο μέρος της, δηλαδή τη σειρά σαμποτάζ στο Κάιρο και την ανατίναξη του συμμαχικού στρατηγείου.
Ο Όττο φον Στούλε ήταν ανάμεσα στους νεκρούς της έκρηξης και η Μαρλένε Στράους αφέθηκε ελεύθερη. Το πατριωτικό δικαστήριο δεν βρήκε τίποτα που να ενοχοποιεί τη νεαρή Γερμανίδα γραμματέα του Στούλε για εγκλήματα κατά των υπόδουλων Ελλήνων.
Της σκέπασαν τα μάτια για να μη δει πού την κρατούσαν και την άφησαν σε μια ερημική τοποθεσία αρκετά μακριά από το παλιό εργοστάσιο, όπου στεγαζόταν το κρυφό πατριωτικό δικαστήριο, ταυτόχρονα και φυλακή της.
Τέλος, τα τρία παιδιά άλλαξαν κρησφύγετο, για κάθε ενδεχόμενο, επειδή το σπίτι στους Αμπελοκήπους ίσως να ήταν ήδη γνωστό στις γερμανικές υπηρεσίες, αν ο φον Στούλε είχε προλάβει να ενημερώσει την υπηρεσία του για το μέρος που τον κρατούσαν αιχμάλωτο.
Μένουν τώρα κάπου στη Νεάπολη, στη συνοικία που βρίσκεται στους πρόποδες του Λυκαβηττού. Εκεί, η παρουσία των Γερμανών και των Ιταλών κατακτητών δεν είναι αρκετά συχνή.
Κόντευαν τέσσαρες τα χαράματα, όταν το εξασκημένο αυτί του Γιώργου, πάντα σε επιφυλακή, ακόμα κι όταν κοιμάται, πιάνει διάφορους παράξενους θορύβους. Θορύβους, που δεν ταιριάζουν ούτε στην ώρα, ούτε στην περιοχή. Μηχανές μοτοσικλετών στο ρελαντί και βαριά πατήματα στο δρόμο από γερμανικές μπότες.
Πετάγεται από το κρεβάτι του και ανεβαίνει στη μικρή ταράτσα του σπιτιού για να δει καλύτερα. Παρότι είναι σκοτάδι, δεν δυσκολεύεται να ξεχωρίσει σκιές Γερμανών στρατιωτών. Ακροβολίζονται στις γωνιές των δρόμων κάνοντας όσο το δυνατό λιγότερο θόρυβο.
Μπλόκο!..
Κατεβαίνει γρήγορα κάτω, ξυπνάει την Κατερίνα και τον Σπίθα. Όσο να ετοιμαστούν οι φίλοι του αυτός σηκώνει το ακουστικό του τηλεφώνου για να ειδοποιήσει την ομάδα κρούσης της οργάνωσής του, αλλά η γραμμή είναι βουβή! Το τηλέφωνο είναι κομμένο!
Με ψύχραιμες κινήσεις πιέζει την αδιόρατη εσοχή στον τοίχο και αργά αποκαλύπτεται η μυστική κρύπτη του ασυρμάτου, όπου υπάρχει σε όλα τα κρησφύγετα της οργάνωσης. Θα καλέσει την ομάδα κρούσης με τον ασύρματο μέσω των συμμαχικών πρακτόρων.
Συντονίζει γοργά στο μήκος κύματος άμεσης ανάγκης, ενώ η Κατερίνα παρακολουθεί τον δρόμο από τις γρίλιες των κλειστών πατζουριών. Ο Γιώργος έχει πιάσει επαφή και επαναλαμβάνει τον συνθηματικό κωδικό μερικές φορές, όταν η Κατερίνα του φωνάζει με αγωνία:
-Γιώργο κλείσε τον ασύρματο! Πλησιάζουν Γερμανοί με φορητό ραδιογωνιόμετρο… Μας έχουν εντοπίσει!
Στο επόμενο δευτερόλεπτο ο Γιώργος έχει διακόψει την σύνδεση και πατώντας το κουμπί κλείνει τη μυστική κρύπτη. Κοιτάζει τους φίλους του με αγωνία.
Το σπίτι που μένουν δεν έχει ούτε κρυφό δωμάτιο, ούτε έξοδο διαφυγής.
Το Παιδί-Φάντασμα, όμως που το μυαλό του γεννάει λύσεις με απίστευτα γρήγορες στροφές όταν ο κίνδυνος γίνεται θανάσιμος, θυμάται κάτι άλλο. Ότι στο ένα από τα δωμάτια υπάρχει μια ντουλάπα με τα ρούχα ακόμα των προηγουμένων ενοίκων του: ενός γέρικου ζευγαριού, που είχε πεθάνει λίγο καιρό πριν από τις στερήσεις της Κατοχής.
-Γρήγορα! φωνάζει στους φίλους του και τρέχει στο δωμάτιο…
Λίγα λεπτά αργότερα δυνατά χτυπήματα στην πόρτα από υποκόπανους τουφεκιών την κάνουν να τρίξει λες και θα ξεχαρβαλωνόταν από τους μεντεσέδες της.
-Ανοίξτε, εν ονόματι του Φύρερ ακούγεται στα γερμανικά μια βαριά φωνή.
Σούρσιμο από γέρικα πόδια ακούγεται από μέσα, η πόρτα ανοίγει και στο άνοιγμά της προβάλλει το φοβισμένο κεφάλι ενός γέρου με κάτασπρα μαλλιά και ένα ζευγάρι χοντρά γυαλιά προχωρημένης μυωπίας στα μάτια του.
-Τι θέλετε; Μη μας κάνετε κακό!.. Χάιλ Χίτλερ!.. Χάιλ Χίτλερ! κλαψουρίζει ο γέρος με φωνή που τρέμει από τον φόβο του, αλλά και από τα γηρατειά του.
-Κάνε στην άκρη, γέρο! του φωνάζει με άγρια σφυριχτή φωνή ο Γερμανός και με τον υποκόπανο τον σπρώχνει βίαια. Αν ο γέρος δεν κρατιόταν από την πόρτα θα έπεφτε κάτω.
Ο λοχίας και ένας από τους δυο στρατιώτες του αποσπάσματος μπαίνουν στο φτωχικό σπίτι με τα όπλα τους έτοιμα για δράση. Πίσω από το γέρο κρύβεται μαζεμένη μια καμπουριασμένη γριούλα, που τρέμει κι αυτή από το φόβο της.
Ο λοχίας αρχίζει να ψάχνει το σπίτι, ενόσω ο στρατιώτης κρατάει κάτω από την απειλή του όπλου του το γέρικο ζευγάρι, που αγκαλιασμένο προσπαθεί να δώσει κουράγιο ο ένας στον άλλον.
Ανοίγει την κλειστή πόρτα του άλλου δωματίου και το θέαμα που βλέπει μπροστά του τον κάνει να γελάσει τρανταχτά.
Βλέπει ένα χοντρό κορίτσι με φακίδες και αποβλακωμένη έκφραση μισοξαπλωμένο στο κρεβάτι να κλαψουρίζει σαν πληγωμένος πίθηκος. Στο κεφάλι του φοράει μια πολύχρωμη βρώμικη μαντίλα του που αφήνει να ξεπετάγονται δυο κατσαρές κοτσίδες.
Έχει χώσει τα δάχτυλα της μιας παλάμης του στο στόμα του και τα πιπιλάει, όσο κλαψουρίζει.
- Βας ιστ ντας; (Τι είναι τούτο;) ρωτάει τον γέρο προσπαθώντας να κάνει τη φωνή του άγρια, αλλά το γέλιο που ανεβαίνει στο στήθος, από το θέμα που αντικρίζει, δεν τον αφήνει.
- Η κόρη μας!.. Είναι άρρωστη, μην την πειράξετε σας παρακαλώ!.. Χάιλ Χίτλερ!.. Χάιλ Χίτλερ! μουρμουρίζει παρακαλετά ο γέρος.
Απότομα ο Γερμανός αλλάζει όψη και με άγριο τόνο ρωτάει τον γέρο.
-Φουνκ-γκεραίτ!.. Βο ιστ φουνκ-γκεραίτ; (Πού είναι ο ασύρματος;)
-Όχι, παλικάρι μου!.. Δεν έχουμε καθόλου τρόφιμα! συνέχισε να κλαψουρίζει ο γέρος. Χάιλ Χίτλερ!.. Χάιλ Χίτλερ!…
Οργισμένος ο Γερμανός λοχίας δίνει μια απότομη σπρωξιά στον γέρο, που κουτρουβαλάει σε μια γωνιά του δωματίου. Η γριά σπεύδει κουτσαίνοντας να τον σηκώσει, ενώ οι δυο Γερμανοί βγαίνουν από το σπίτι. Ο λοχίας μουρμουρίζει:
-Λάθος έκανε το διαβολομηχάνημα. Δυο ψόφιοι γέροι κι ένα βλαμμένο κορίτσι υπάρχουν μόνον εδώ μέσα. Μπρος, στα άλλα σπίτια!…
Όταν οι Γερμανοί έχουν απομακρυνθεί αρκετά ο ‘‘γέρος’’ με έναν αναστεναγμό ανακούφισης τινάζει την άσπρη σκόνη που άσπριζε τα μαλλιά του. Το ίδιο κάνει και η ‘‘γριά’’, ενώ στο κατώφλι του δωματίου εμφανίζεται το ανεκδιήγητα άσχημο κορίτσι φορώντας ένα μακρύ νυχτικό ώς τα πόδια έχοντας ακόμα τα δάχτυλα του χεριού του στο στόμα και τα πιπιλάει.
-Έλα, Σπίθα! Βγάλε τα δάχτυλά σου από το στόμα και πάψε να έχεις αυτό το ηλίθιο βλέμμα! λέει ο Γιώργος στο χοντρό παιδί.
Ο Σπίθας βγάζει τα δάχτυλά του από το στόμα του και του απαντάει θυμωμένα.
-Κανένας, έως τώρα, δεν μου έχει πει ότι έχω ηλίθιο βλέμμα!
-Σώπα, καλέ! του κάνει ειρωνικά η Κατερίνα.
-Μανούλα μου!.. Λίγο να τα κράταγα ακόμα στο στόμα μου θα τα έτρωγα από την πείνα μου! Και μετά, πώς θα κρατούσα κανένα μπούτι από μοσχάρι!… Θα πέθαινα από την πείνα!
-Θα το κρατούσες με το άλλο χέρι! του λέει ο Γιώργος σκασμένος στα γέλια.
-Έξυπνος που είσαι, κύριε Γιώργο.. Το άλλο χέρι χρειάζεται για άλλη δουλειά!
-Ποια άλλη δουλειά, Σπίθα; τον ρωτάει η Κατερίνα. Κάνεις και καμιά άλλη δουλειά από το να το τρως;
-Το έχω για να κρατάω ένα άλλο μπούτι! Από γουρουνόπουλο! Μανούλα μου και πάλι μανούλα μου! Το φαντάζεσαι, Κατερίνα, μια μπουκιά μπούτι μοσχαρίσιο από εδώ και μια μπουκιά μπούτι χοιρινό από εκεί! Ωχ, τι ήθελα και είπα ‘‘μπούτι;’’ Τώρα μου άνοιξε η όρεξη για τα καλά και από τη συγκίνηση αρχίζω να χωνεύω το άδειο στομάχι μου. Μου φαίνεται, πως τελικά από την πείνα θα φάω τα δάχτυλά μου! Τόσην ώρα τζάμπα τα μαλάκωνα;
Ξαναβάζει τα δάχτυλα του στο στόμα του.
-Μμμμ! Νόστιμα, που είναι τα άτιμα!.. Σαν καλοψημένα πιτσουνάκια!
Και τα δαγκώνει με δύναμη κάνοντας τον… εαυτό του να ουρλιάξει από τον πόνο!..


Η λεμονόκουπα, το καρβέλι και ο… σπίνος
Ο Σπίθας έχει τελειώσει μια αποστολή που του είχε αναθέσει ο Γιώργος και κατηφορίζει στην οδό Σταδίου περπατώντας αργά για να μη ξοδεύει δυνάμεις, πράγμα που θα έκανε τη λιγούρα του να πιο πιεστική.
Δύο από τις αισθήσεις του, η όραση και η όσφρηση βρίσκονται σε επιφυλακή. Στους σκουπιδοτενεκέδες έξω από την Κομάντο Πιάτσα, το ιταλικό φρουραρχείο, ελπίζει με τη βοήθειά τους να βρει τίποτα αποφάγια από το μεσημεριανό συσσίτιο των Ιταλών.
Βρίσκει μονάχα μια λεμονόκουπα, γιατί άλλοι πεινασμένοι Αθηναίοι είχαν περάσει πριν από αυτόν. Την αρπάζει με λαχτάρα και τη δαγκώνει με ένα μουγκρητό ευχαρίστησης. Ούτε που νιώθει την ξινή πικράδα της στυμμένης λεμονόκουπας. Ανοίγει το στόμα του για να βάλει σ’ αυτό το υπόλοιπο κομμάτι, όταν το χέρι του μένει μετέωρο από τις φωνές ενός Ιταλού και ποδοβολητό.
- Πόρκο γκρέκο, φέρμα! (στάσου!)…
Ο Σπίθας γυρίζει και βλέπει ένα Ιταλό στρατιώτη να κυνηγάει ένα παιδί ούτε δέκα χρονών που κρατά στην αγκαλιά του μια κουραμάνα και τρέχει σαν διάολος. Έρχονται προς το μέρος του.
- Τι αματσερό (θα σε σκοτώσω!) φωνάζει και βγάζει το πιστόλι του από τη θήκη σημαδεύοντας το παιδάκι, ενώ συνεχίζει να το καταδιώκει.
Το παιδάκι σκοντάφτει σε μια λακκούβα και το καρβέλι πέφτει από την αγκαλιά του, αλλά αυτό συνεχίζει να τρέχει.
Μόλις το παιδάκι περνάει από μπροστά από τον Σπίθα, αυτός κάνει ένα πλάγιο βήμα και ο Ιταλός που δεν προλαβαίνει να αποφύγει τον χοντρό όγκο του Ελληνόπουλου πέφτει πάνω του. Από τη σύγκρουση παραπατάει έτοιμος να πέσει.
Οργισμένος στρέφει το πιστόλι του στον Σπίθα. Αυτός δεν του δίνει τον χρόνο να πατήσει τη σκανδάλη. Με ταχύτητα αστραπής τον χτυπά με ένα κοφτό δυνατό χτύπημα στον καρπό του χεριού του υποχρεώνοντας τον Ιταλό να αφήσει το πιστόλι του να πέσει κάτω μουγκρίζοντας από τον πόνο.
Με εκπληκτική για τον όγκο του ταχύτητα το χοντρό αιώνια πεινασμένο παιδί πιάνει τον Ιταλό από το πέτο της χλαίνης του.
-Μη μου ανοίγεις περισσότερο την όρεξη, βρωμο-μακαρονά! μουγκρίζει και με το άλλο χέρι του, αυτό που κρατά της λεμονόκουπα, τη χώνει στα μάτια του στρατιώτη και την πιέζει με δύναμη στις κόγχες τους.
Τα απομεινάρια του ξινού χυμού είναι αρκετά για να τυφλώσουν προσωρινά τον Ιταλό. Αυτός εγκαταλείπει κάθε προσπάθεια αντίδρασης και πιάνει τα μάτια του που τσούζουν ανυπόφορα. Ανάμεσα στα ουρλιαχτά πόνου ξεχωρίζουν και μερικές από τις χειρότερες ιταλικές βρισιές.
-Α, πολλά κακά λόγια, λες αμίκο!.. λέει ο Σπίθας και με ένα γρήγορο κοφτό χτύπημα στη βάση του σβέρκου του, τον κάνει να χάσει τις αισθήσεις του. Ο Σπίθας τον αφήνει να σωριαστεί στο πεζοδρόμιο σαν άδειο σακί.
Σκύβει και παίρνει το πιστόλι του αναίσθητου Ιταλού και ψάχνει με το βλέμμα του για το πιτσιρίκι. Το βλέπει να έχει κουρνιάσει στο βαθούλωμα μιας πόρτας και να παρακολουθεί τη σκηνή με τα γεμάτα σπιρτάδα μάτια του.
Κάποιοι περαστικοί που βρέθηκαν μάρτυρες στο επεισόδιο τρέχουν να εξαφανιστούν. Σε λίγα δευτερόλεπτα ο δρόμος θα έχει γεμίσει Ιταλούς και θα πιάσουν όσους βρουν μπροστά τους για ομήρους.
Το χοντρό και καθυστερημένο στο μυαλό αγόρι με την τεράστια καρδιά και το ασύνορο θάρρος σηκώνει από κάτω και το καρβέλι. Πλησιάζει το παιδάκι και του το δίνει. Αυτό ψελλίζει ένα ‘ευχαριστώ’, το αρπάζει και εξαφανίζεται τρέχοντας στην πρώτη γωνία.
Το χοντρό παιδί σαν να μη συμβαίνει τίποτα, απομακρύνεται αργά. Στρίβει στην ίδια γωνία που είχε στρίψει το παιδάκι, αλλά αυτό έχει γίνει άφαντο.
Τότε μόνο ο Σπίθας θυμάται το καρβέλι που κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του το παιδάκι κι ένας κόμπος σαν κοτρόνα στέκεται στο στομάχι του. Τα μάτια του βουρκώνουν από απελπισία.
-Μανούλα μου, μουρμουρίζει… Αυτό το καρβέλι θα με κράταγε ζωντανό τουλάχιστο για μισή ώρα παραπάνω.. Θα κάτσω σε εκείνα τα σκαλιά να πεθάνω από την πείνα!..
Και κάθεται. Κρύβει το κεφάλι του ανάμεσα στα χέρια του και κουλουριασμένος περιμένει να… πεθάνει.
Από κάπου ψηλά ακούει μελωδικό τιτίβισμα πουλιού που θυμίζει κάτι μεταξύ καναρινιού και καρδερίνας. Σηκώνει το βλέμμα του να το δει.
-Έστω και ψητό καναρίνι.. Κοτόπουλο σε περίληψη.. Θα με στυλώσει να φτάσω σπίτι να πεθάνω ανάμεσα στους φίλους μου!
Αλλά ψηλά δεν βλέπει τίποτα. Το ακούει δίπλα του. Κρυφοκοιτάζει για να το αρπάξει, αλλά πάλι δεν βλέπει τίποτα.
-Άρχισαν οι παραισθήσεις… Μανούλα μου με χάνεις!.. Τι με χάνεις; Κοντά σου έρχομαι!.. Φτιάξε μου κάτι να φάω.. Ένα ψητό γουρουνόπουλο!.. λέει φωναχτά.
Δίπλα του ακούει ένα γρύλλισμα… γουρουνόπουλου!
-Τι έφτασα κιόλας; αναρωτιέται έκπληκτος και ανασηκώνει το κεφάλι του.
Μπροστά του δεν βλέπει κανένα γουρουνόπουλο, μα το παιδάκι που τον κοιτάζει χαμογελαστό.
-Έτσι είναι τα γουρουνόπουλα στον Παράδεισο; ρωτάει το αγοράκι με ένα χαζό βλέμμα αποτυπωμένο στο πρόσωπό του.
Αυτό, αντί να του απαντήσει έρχεται και κουρνιάζει δίπλα του. Βγάζει από το σακάκι του το καρβέλι το κόβει σε δυο κομμάτια και δίνει το μεγαλύτερο στον Σπίθα. Το άλλο το μικρότερο το δαγκώνει με βουλιμία.
-Πάρε το μισό… Δεν έχω να το μοιραστώ με κανένα άλλον… Μόνος μου ζω..
-Α, όχι ευχαριστώ.. Έχω παραγγείλει γουρουνόπουλο! κάνει ο Σπίθας.
-Θα αργήσει να έρθει… Φάε για την ώρα αυτό, Σπίθα!..
-Ε, στάσου, εσύ που με ξέρεις;
-Και ποιος δεν σε ξέρει; Οι Γερμανοί και οι Ιταλοί έχουν βάλει δεκάδες φορές τη φωτογραφία σου στις εφημερίδες..
-Έχει Γερμανούς και Ιταλούς στον Παράδεισο;
-Δεν είμαστε στον Παράδεισο, Σπίθα… Στην Αθήνα είμαστε και από όσο μπορώ να ξέρω η Αθήνα πιο πολύ μοιάζει με την Κόλαση, παρά με τον Παράδεισο!.. του λέει το παιδάκι.
-Κι εσύ ποιος είσαι; Πώς σε λένε;
-Το πραγματικό μου όνομα το έχω ξεχάσει. Από πολύ μικρό με φωνάζουν Σπίνο, γιατί το τιτίβισμά του μου είναι η πιο αγαπημένη μου μίμηση... Πριν από τον πόλεμο η γιαγιά μου με την οποία ζούσα είχε στην αυλή μας ένα ζευγάρι σπίνους σε κλουβί. Καθόμουν με τις ώρες και μάθαινα να μιμούμαι το κελάιδισμα τους.
- Μιμείσαι το τιτίβισμα του σπίνου; ρωτάει με θαυμασμό ο Σπίθας.
- Μιμούμαι όποιον άνθρωπο, όποιο ζώο και όποιον θόρυβο ή ήχο ακούσω έστω και μια φορά!.. απαντάει ο Σπίνος με τη φωνή του.. Σπίθα.
-Και πώς τα καταφέρνεις; ρωτάει και ψάχνει γύρω του ξαφνιασμένος να δει πού είναι ο άλλος… Σπίθας.
-Δεν ξέρω.. Μπορώ ακόμα να κάνω τη φωνή μου να έρχεται από όπου θέλω… Ούτε κι αυτό ξέρω πως το καταφέρνω!...
-Είσαι εγγαστρίμυθος, λοιπόν! κάνει ο Σπίθας σφυρίζοντας θαυμαστικά.
-Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτή η λέξη, αλλά για να το λες… απαντάει ο Σπίνος κάνοντας τον Σπίθα να γυρίσει ξαφνιασμένος γιατί η φωνή του αγοριού ερχόταν από πίσω του. Εκεί που ήταν ντουβάρι!
Ο μικρός ξεκαρδίζεται στα γέλια, πράγμα που κάνει τον Σπίθα να θυμώσει με τη γκάφα του.
-Στάσου να σου δείξω κι εγώ τι ξέρω!.. του λέει το χοντρό αγόρι που σκέφτηκε να κάνει και αυτός ένα αστείο στον μικρό καινούργιο του φίλο, που η παρουσία του το δίχως άλλο τον έκανε να ξεχάσει για λίγο την αιώνια πείνα του.
-Θες να φας κι εσύ γουρουνόπουλο, σαν και μένα;
- Πού θα το βρεις; ρώτησε ο Σπίνος παραξενεμένος.
Ο Σπίθας που παλιά είχε εξασκηθεί στην τέχνη του ταχυδακτυλουργού, αλλά δυστυχώς ποτέ δεν χόρτασε πραγματικά τρώγοντας ‘μεταμορφωμένα’ αντικείμενα σε τρόφιμα, πέρασε το χέρι του πάνω από το κομμάτι του ψωμιού που κρατούσε το αγοράκι. Με μιας στο χέρι του Σπίνου βρίσκεται ένα ψητό κότσι γουρουνόπουλου.
Το παιδάκι βγάζοντας ένα επιφώνημα θαυμασμού δαγκώνει το κομμάτι.
-Μμμ! Είναι πιο νόστιμο έτσι… Μπορείς να μου κάνεις το υπόλοιπο να είναι μια πλάκα σοκολάτα;
Στη γωνιά ξεπροβάλλει μια ιταλική περίπολος με επικεφαλής τον στρατιώτη που λίγη ώρα πριν είχε εξουδετερώσει ο Σπίθας.
-Νάτοι! φωνάζει ο στρατιώτης και η περίπολος ορμάει καταπάνω στα δυο παιδιά.
Ο Σπίνος κάνει να σηκωθεί να τρέξει. Ο Σπίθας τον συγκρατεί.
-Σπίνε, ξέρεις να πετάς σαν σπίνος;
-Όχι!
-Τότε τρέχα κουνώντας τα χέρια σου σαν να πετάς!
Παραξενεμένο το παιδάκι κάνει ό τι του λέει ο Σπίθας, που σηκώνεται όρθιος ακολουθώντας τον Σπίνο κι αρχίζει να τρέχει κουνώντας κι αυτός τα χέρια του σαν να πετάει.
Μπροστά στα έκπληκτα μάτια των Ιταλών, δυο περιστέρια σηκώνονται από το πεζοδρόμιο και πετούν στον ουρανό χτυπώντας με δύναμη τα φτερά τους!
Οι Ιταλοί, όσες σφαίρες και να ρίξουν δεν θα πετύχουν ποτέ τα δυο ανύπαρκτα περιστέρια, αφού τα δυο παιδιά τρέχουν στον δρόμο και στρίβουν στο πρώτο στενό που βρίσκουν μπροστά τους.
Οι Ιταλοί έχουν απομείνει αποσβολωμένοι, από το εξωφρενικό τούτο που τους συνέβη. Κοιτάζονται μεταξύ τους με τα λογικά τους έτοιμα να πετάξουν κι αυτά μακριά. Ρωτάει ο ένας τον άλλον, αν αυτό που είδε, το είδαν και οι άλλοι. Δεν μπορούν να το εξηγήσουν, μήτε να το πιστέψουν. Πολύ περισσότερο να αναφέρουν ένα τόσο αλλόκοτο περιστατικό στην υπηρεσία τους. Συμφωνούν να πουν, ότι απλώς έχασαν τα παιδιά από τα μάτια τους, σαν να άνοιξε η γη και τα κατάπιε. Δεν θα ήταν άλλωστε η πρώτη φορά, που οι καταραμένοι αυτοί σαλταδόροι τους ξέφευγαν μέσα από τα χέρια τους.


Ένας νέος μικρός-μικρός ήρωας στην παρέα
Λαχανιασμένα τα δυο παιδιά από το τρέξιμο σταματούν να πάρουν μια ανάσα, όταν σιγουρεύονται ότι οι Ιταλοί διώκτες τους, τους έχουν χάσει.
-Σπίθα, δεν κατάλαβα, γιατί μου είπες να τρέχω κουνώντας τα χέρια μου σαν να ‘ταν φτερά πουλιού και γιατί οι Ιταλοί πυροβολούσαν ψηλά στον ουρανό; ρωτάει το χοντρό παιδί ο Σπίνος, μόλις μπόρεσε κι έφερε σε λογαριασμό την ανάσα του.
Ο Σπίθας κοίταξε τον καινούργιο μικρό του φίλο και τον χαϊδεύει περιπαικτικά στα μαλλιά χαμογελώντας με βλέμμα πονηρό γεμάτο σπιρτάδα, κάτι πολύ σπάνιο για αυτόν, αν όχι μοναδικό.
-Γιατί, Σπίνο δεν ήθελαν να μας χτυπήσουν… Ξέρεις, δεν είναι όλοι οι Ιταλοί κακοί. Οι πιο πολλοί είναι καλοί. Κάποιοι από αυτούς είναι παιδιά λίγο πιο μεγάλα από μας, κάποιοι άλλοι θα είναι πατεράδες με παιδιά σαν κι εμάς που τα έχουν αφήσει πίσω στην πατρίδα τους, επειδή κάποιοι τρίτοι, κακοί αυτοί, τους έστειλαν με το ζόρι να πολεμήσουν σε μια ξένη χώρα χωρίς να υπάρχει δίκαιος λόγος για αυτό… Ίσως, πάλι, τι να σου πω; Μπορεί και να μην ξέρανε σημάδι..
Ο Σπίνος κούρνιασε στην αγκαλιά του Σπίθα, που τον είχε αγκαλιάσει στοργικά.
Μιλάνε ανηφορίζοντας την Σίνα.
-Σπίνο, θυμάμαι πως μου είπες ότι ζεις ολομόναχος… Ένα παιδάκι! Είσαι, ρε Σπίνο δέκα χρονών ή ακόμα;
-Από όσο ξέρω πρέπει να είμαι ακριβώς δέκα. Πήγαινα στη δεύτερη τάξη του δημοτικού, όταν άρχισε ο πόλεμος. Η γιαγιάκα μου σκοτώθηκε στον βομβαρδισμό του Πειραιά από τους Γερμανούς. Με πήρανε μαζί τους κάποιοι γείτονες, που τα μάζεψαν και κατέβηκαν στην Αθήνα, γιατί έλεγαν ότι οι Γερμανοί δεν θα βομβαρδίσουν την Αθήνα. Δεν είχαν παιδιά και με αγαπούσαν. Μα ο θείος -έτσι τον φώναζα- Στράτος δεν άντεχε την κατάσταση κι ανέβηκε στο βουνό. Η θεία Δέσποινα με φρόντιζε, αλλά εγώ δεν άντεχα να θέλει να μου κάνει μπάνιο κάθε Κυριακή και την ημέρα που είχε φτιάξει τα χαρτιά μας να πάμε να ζήσουμε στο χωριό της, εγώ το έσκασα. Φτιάξαμε με άλλα παιδιά μια παρέα σαλταδόρων και μένω με μερικά από αυτά μαζί σε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι στο Μεταξουργείο πέρα από τις γραμμές του τρένου. Συνήθως, δεν κοιμάμαι τα βράδια νηστικός. Όλο και κάποια κουραμάνα θα κλέψω, καμιά κονσέρβα, λαχανικά από τα μποστάνια στο Περιστέρι και στα Λιόσια.
-Μανούλα μου!.. Ήταν ανάγκη να μου το θυμίσεις αυτό, Σπίνο; Τόσο τρέξιμο, τόσες συγκινήσεις, πώς να μη χωνέψει το στομάχι μου κι μένα τον ίδιο;
Ο μικρός βγάζει από την τσέπη του όσο του είχε περισσέψει από το κομμάτι του της κουραμάνας του.
-Πάρτο, Σπίθα… Εγώ δεν πεινάω άλλο!
Ο Σπίθας σκύβει συγκινημένος και τον φιλάει στο μέτωπο…
-Όχι μικρέ.. Κράτα το… Μπορεί να πεινάσεις αύριο!.. Και πρέπει να τρως να μεγαλώσεις… Άλλωστε, τι να μου κάνει εμένα αυτή η μικρή μπουκίτσα; Να, ίσαμε κει, την άλλη γωνιά θα την έχω χωνέψει!
Έχουν φτάσει στο πιο ψηλό σημείο του δρόμου. Μπροστά τους απλώνεται νωχελικά η Αθήνα λουσμένη στο φως ενός λαμπερού ήλιου που έχει αρχίσει να παίρνει την κατηφόρα προς τη μεριά του βουνού Αιγάλεω. Αν δεν ξέρεις τον θάνατο που πλανιέται απειλητικά από πάνω της, ξεγελιέσαι και βλέπεις μια ήσυχη πολιτεία που όσο απλώνεται στα άκρα της τα σπίτια γίνονται χαμηλότερα, αυλές τα περιτριγυρίζουν, άχτιστα οικόπεδα και όσο ξεμακραίνει το μάτι, λίγο μετά τις γραμμές του τρένου απλώνονται χωράφια και λιγοστά μποστάνια και οι σπαρμένοι εδώ κι εκεί μεγάλοι ή μικροί οικισμοί που περιβάλλουν τα δυτικά όρια της πόλης.
-Σπίνο, θέλεις να έρθεις να μείνεις μαζί μας;
Το παιδάκι γουρλώνει τα μάτια του με έκπληξη από την απροσδόκητη ερώτηση. Ένας κόμπος στέκει στο λαιμό του και το εμποδίζει να μιλήσει.
-Τότε, έλα μαζί μου.. Αλλά, να ξέρεις παίζουμε κάθε μέρα τη ζωή μας κορώνα γράμματα για την απελευθέρωση της πατρίδας μας.
-Κι εγώ την παίζω κορώνα-γράμματα καθημερινά για πολύ λιγότερα πράγματα. Για μια κουραμάνα.. Δεν με νοιάζει…
Ο Σπίθας παρατηρεί τον Σπίνο προσεκτικά.
-Αλλά με δύο όρους: Θα διαβάζεις μαθήματα που θα σου βάζει ο Γιώργος για να προχωρήσεις και ότι θα κάνεις μπάνιο κάθε Κυριακή!
-Τότε, γεια σου, Σπίθα.. Χάρηκα για τη γνωριμία!
Ο Σπίνος κάνει μεταβολή και κάνει να φύγει. Μα κάτι τον κρατάει εμποδίζοντάς τον να προχωρήσει. Είναι ο Σπίθας που τον έχει γραπώσει από τον γιακά του πουκάμισου και τον ακινητοποιεί.
-Δεν έχεις να πας, πουθενά. Θα έρθεις μαζί μου!.. Και θα διαβάζεις καθημερινά και μπάνιο θα κάνεις κάθε Κυριακή!


Η μυστηριώδης πράκτωρ
Ο Γιώργος και η Κατερίνα, αφού ξεπέρασαν την έκπληξή τους για τις απίστευτες φωνητικές ικανότητες του Σπίνου απολαμβάνουν σκασμένοι στα γέλια την επίδειξη που τους κάνει ο νέος μικρός φίλος τους.
Είναι μερικές μέρες, τώρα, που η παρουσία του Σπίνου γεμίζει με εύθυμες νότες την απραξία τους. Διασκεδάζουν με τις μιμήσεις του, αλλά και με τη δυσφορία του να προσαρμοστεί στην πειθαρχία που έχει επιβάλλει ο Γιώργος στους φίλους του. Γκρινιάζει με τα μαθήματα που του βάζει ο Γιώργος και όλο κάτι βρίσκει να αποφύγει την μπανιέρα, που προσπαθεί να του επιβάλλει η Κατερίνα.
Ο Σπίνος τους δείχνει νέους ήχους από το ανεξάντλητο ρεπερτόριό του κάνοντας τον Γιώργο και την Κατερίνα να ξεκαρδίζονται στα γέλια. Ο Σπίθας ψάχνει απεγνωσμένα να βάλει κάτι στο στόμα του και για τούτο διασκεδάζει λιγότερο.
-Πεινάω πιο πολύ από κάθε άλλη φορά! βογκάει σε κάποια στιγμή.
-Από πού το κατάλαβες, Σπίθα; ρωτάει ο Γιώργος.
Από το στομάχι μου! Ποτέ πριν δεν είχε διαμαρτυρηθεί τόσο δυνατά. Ακούστε!
Πραγματικά από το στομάχι του Σπίθα βγαίνει ένα έντονο γουργουρητό, που όσο πάει δυναμώνει.
-Τ’ ακούτε; Τι είναι αυτό, κύριε Γιώργο, που εσύ όλα τα ξέρεις; Το στομάχι μου που κήρυξε επανάσταση κι έβγαλε τα τανκς στους δρόμους!
Πράγματι, κάπως έτσι ακουγόταν κι αν ο ήχος δεν προερχόταν από το στομάχι του Σπίθα, θα νόμιζε ότι στο δρόμο κυλούσε κάποιο τανκς!
Ο Γιώργος με την άκρη του ματιού του πιάνει τον Σπίνο καθισμένο παράμερα να αργοσαλεύει ανεπαίσθητα τα χείλη του.
-Σπίνο! του κάνει επιτιμητικά έτοιμος να ξεσπάσει σε γέλια.
Το παιδάκι σταματάει να αργοσαλεύει τα χείλια του και το δυνατό γουργουρητό από την κοιλιά του Σπίθα σταματάει με μιας. Ξεσπάει σε ένα κακαριστό γέλιο, που τον μιμούνται η Κατερίνα κι ο Γιώργος. Αντίθετα, ο Σπίθας θυμώνει.
Δεν μπορείς, κύριε Σπίνο, να παίζεις με το στομάχι μου μουσική. Με έκανες να πεινάω πραγματικά!
Ο μικρός δεν προλαβαίνει να του απαντήσει κι ακούγεται το κουδούνισμα του τηλεφώνου.
Ο Γιώργος ρίχνει μια ερωτηματική ματιά στον Σπίνο.
-Όχι, Γιώργο, λέει το παιδάκι δεν το κάνω εγώ. Είναι πραγματικά το τηλέφωνο!
Ο Γιώργος τρέχει και σηκώνει το ακουστικό. Απαντάει και αρχίζει να ρωτάει στη συνθηματική γλώσσα της οργάνωσης με το πρόσωπό του συσπασμένο από την αγωνία.
Όταν, λίγα λεπτά αργότερα κατεβάζει το ακουστικό ένα γκρίζο σύννεφο οργής σκεπάζει το βλέμμα του, ενώ στο πρόσωπο του έχει μια μάσκα αποφασιστικότητας αλλοιώνει τα αδρά χαρακτηριστικά του.
Οι φίλοι του κρέμονται με αγωνία από τα χείλη του.
-Πρέπει να τον απελευθερώσουμε!
-Ποιον Γιώργο; ρωτάει η Κατερίνα.
-Τον Επαμεινώνδα Στεργίου. Τουλάχιστον αυτόν!.. Είναι ο πρώτος υπαρχηγός της οργάνωσης. Δεν θα μιλήσει με τη θέλησή του. Το ξέρω. Είναι παλικάρι, αλλά μόλις μου είπαν ότι οι Γερμανοί πρόκειται να χρησιμοποιήσουν μια νέα μέθοδο ανάκρισης. Ένα ορρό της αλήθειας που παραλύει κάθε αντίσταση του εγκεφάλου. Είναι τρομερό να ακούς τον ίδιο σου τον εαυτό να καταδίδει συντρόφους και σχέδια δράσης και να μην μπορείς να κάνεις τίποτα! Και ο Στεργίου ξέρει για την οργάνωση και τα μέλη της όσα κι εγώ!
-Πώς τον πιάσανε, Γιώργο; ρωτάει με αγωνία η Κατερίνα.
-Χτες το βράδυ υπήρχε μια σύσκεψη στελεχών από όλες τις σημαντικότερες αντιστασιακές οργανώσεις της Αθήνας στου Μερτζιώτη, το παλιό εγκαταλειμμένο εργοστάσιο στη Δραπετσώνα, που χρησιμοποιούμε σαν κέντρο συναντήσεών μας και σαν χώρο του πατριωτικού δικαστηρίου. Οι Γερμανοί εισέβαλαν από το πουθενά και τους έπιασαν όλους χωρίς να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός. Φαίνεται ότι βρισκόταν από νωρίς κάπου κρυμμένοι μέσα στο άδειο κτίριο. Διέφυγε μόνον ένας που τη στιγμή της εισβολής δεν ήταν στην αίθουσα κι επιστρέφοντας άκουσε τη φασαρία, κρύφτηκε, δεν τον αντιλήφθηκαν και για αυτό ξέρουμε τώρα τι ακριβώς έγινε.
-Πού τους έχουνε;
Στην Μέρλιν!.. Στο κολαστήριο των Ες-Ες και της Γκεστάπο!
Μια γκριμάτσα φρίκης αποτυπώνεται στο όμορφο πρόσωπο της Κατερίνας, ενώ κι ο Σπίνος, ακόμα, νιώθει φρίκη ακούγοντας για τους ενοίκους της βίλας στο νούμερο έξι της οδού Μέρλιν. Ο Σπίθας μουρμουράει κάτι μέσα από τα δόντια του και σφίγγει τις γροθιές του.
-Αν καταφέρουν να αποσπάσουν πληροφορίες από τον Στεργίου κινδυνεύουμε όλοι μας, επειδή γνωρίζει όλες τις διευθύνσεις που χρησιμοποιούμε για κρησφύγετα!.. λέει ο Γιώργος και σηκώνει το ακουστικό του τηλεφώνου σχηματίζοντας στο καντράν ένα νούμερο.
Σε αυτόν που απαντά, του μιλάει σε άλλη συνθηματική γλώσσα. Στα αγγλικά.
Όταν κλείνει το τηλέφωνο δείχνει περισσότερο ανήσυχος.
-Μιλούσα με τον αρχηγό των ξένων πρακτόρων στην Αθήνα. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και σε αυτούς!. Έχουν συλληφθεί κάποια από τα κεφάλια της οργάνωσης σε ανύποπτους χώρους και ξαφνικά. Οι πληροφορίες τους μιλάνε για γυναίκα πράκτορα, που δρα ανεξάρτητα από τις γερμανικές υπηρεσίες αντικατασκοπίας και εξαρθρώνει συστηματικά το δίκτυό τους την τελευταία εβδομάδα. Καμιά πληροφορία δεν υπάρχει για αυτήν και την αποστολή της ούτε εδώ, ούτε στη Γερμανία..
Το τηλέφωνο ξαναχτυπά και όταν ο Γιώργος διακόπτει τη συνομιλία του ενημερώνει τους φίλους του.
-Ήταν από τους δικούς μας για τον Στεργίου. Έμαθαν πως θα τον μεταφέρουν αύριο το πρωί στην Κομαντατούρ στην οδό Κοραή. Θα τον ανακρίνουν εκεί με τον ορρό της αλήθειας γιατί μέχρις στιγμής τέτοιους ορρούς έχουν προμηθευτεί μόνον τα ανακριτικά τμήματα της Βέρμαχτ. Θα προσπαθήσουμε να τον αποσπάσουμε από τα χέρια τους μόλις φτάσουν στο κτίριο της Κομαντατούρ. Να σας εξηγήσω το σχέδιο μου για το οποίο θα χρειαστώ πολύ κόσμο κι ανάμεσά τους θα υπάρχουν και άντρες της δύναμης κρούσης της οργάνωσής μας….


Η παράσταση
Πρωί στην οδό Κοραή. Πλήθος κόσμου ανεβοκατεβαίνει τον μικρό αλλά φαρδύ δρόμο στο κέντρο της Αθήνας. Ένας χοντρός τσιγγάνος με μαντίλα τυλιγμένη σφιχτά γύρω από το κεφάλι του, έναν τεράστιο κρίκο-σκουλαρίκι στο ένα αυτί του, λεπτό και μακρύ τσιγκελωτό μουστάκι, παρδαλό φαρδύ πουκάμισο και ξεχειλωμένο παντελόνι βάζει ένα σκαμνί απέναντι από τα γραφεία της γερμανικής διοίκησης της Αθήνα, της Κομαντατούρας, όπως αποκαλούσαν οι Αθηναίοι την καρδιά των γερμανικών δυνάμεων Κατοχής στην πρωτεύουσα.
Δίπλα στον χοντρό τσιγγάνο έρχεται και στέκεται όρθιο ένα μικροκαμωμένο τσιγγανάκι με σγουρά μαλλιά, ενώ μια πανέμορφη τσιγγάνα παίζει το ντέφι της κάνοντας γύρους από τους δυο άλλους προκαλώντας την προσοχή του κόσμου. Πολλοί σταματούν παραξενεμένοι, μολονότι, συνήθως διασχίζουν αυτόν τον δρόμο βιαστικά προσπαθώντας να αποφύγουν να ρίξουν έστω κι ένα βλέμμα μίσους στο γκριζωπό κτίριο, που αντιπροσωπεύει τη βαριά μπότα του κατακτητή και τη σκλαβιά τους.
Γρήγορα σχηματίζεται ένας κύκλος ανθρώπων γύρω από την τσιγγάνικη κομπανία, που δεν είναι άλλοι από τον Σπίθα, τον Σπίνο και την Κατερίνα μεταμφιεσμένους σε τσιγγάνους.
Ο Σπίθας-τσιγγάνος με τα χέρια σηκωμένα ψηλά δείχνει στον κόσμο που έχει συγκεντρωθεί γύρω τους αυτό που κρατάει. Είναι το σκυλάκι του ο Μουτς!
Αφού διαπιστώνει ότι ο κόσμος που έχει μαζευτεί είναι αρκετός, κάθεται στο σκαμνί και βάζει το σκυλάκι του να κουρνιάσει στην αγκαλιά του. Με μια θεαματική θεατρική κίνηση των χεριών του χοντρού τσιγγάνου ο Μουτς μεταμορφώνεται σε… βιολί.
Ο Σπίνος του δίνει ένα δοξάρι και ο Σπίθας προσποιείται ότι αρχίζει να παίζει μια τσιγγάνικη μελωδία που κανένας από το συγκεντρωμένο πλήθος δεν καταλαβαίνει, ότι αυτή βγαίνει από τα χείλη του εκπληκτικού Σπίνου.
Έκπληκτος ο κόσμος ξεσπάει σε ενθουσιώδες χειροκρότημα για αυτό που βλέπει και ακούει.
Έχουν την ανάγκη οι σκλαβωμένοι Αθηναίοι για κάποιες τέτοιες αναπάντεχες σταγόνες ευθυμίας, που θα τους κάνουν έστω και για λίγες στιγμές να ξεχάσουν τον ζόφο της σκλαβιάς τους.
Η Κατερίνα παίζοντας τέλεια τον ρόλο της τσιγγάνας λικνίζοντας χορευτικά το κορμί της περιφέρεται ανάμεσα στο πλήθος με το ντέφι της προτεταμένο μέσα στο οποίο της ρίχνουν μερικά χαρτονομίσματα.
Παρά το ανέμελο χαμόγελό της δεν ενδιαφέρεται καθόλου στην πραγματικότητα για την ανταπόκριση του πλήθους. Με το βλέμμα της σαρώνει τον δρόμο, ώσπου εντοπίζει σε μια γωνιά τον Γιώργο ντυμένο με στολή Γερμανού αξιωματικού.
Σε άλλα επίκαιρα σημεία του δρόμου η Κατερίνα αναγνωρίζει μερικά από τα πιο έμπειρα και αποφασισμένα μέλη της οργάνωσης να παρακολουθούν αδιάφορα το διασκεδαστικό θέαμα που παρουσιάζουν τα παιδιά μεταμφιεσμένα σε τσιγγάνους. Παρ’ ότι ο καιρός είναι ανοιξιάτικος αυτοί φοράνε χοντρά αμπέχονα κάτω από τα οποία κρύβουν τα αυτόματά τους.
Η Κατερίνα κάνει νοερά την προσευχή της να πάνε όλα καλά και ο Θεός να προστατεύσει τον αγαπημένο της, γιατί το σχέδιο του είναι πολύ παράτολμο.
Από την Πανεπιστημίου στρίβει με ταχύτητα μια μαύρη Μερσεντές με τα δυο ρουνικά ‘σίγμα’ στις πόρτες της, που μοιάζουν με ζεύγος διδύμων κεραυνών, διακριτικά των Ες-Ες. Φρενάρει μπροστά στο φυλάκιο του σκοπού.
Από τη στοά βγαίνουν τρέχοντας καμιά δεκαριά στρατιώτες με κρεμασμένη στο λαιμό τους την χαρακτηριστική μεταλλική πινακίδα πως ανήκουν στη δύναμη του Φρουραρχείου. Περιτριγυρίζουν την κούρσα με αυτόματά τους στραμμένα στον κόσμο, που με μιας παύει να ενδιαφέρεται για την αυτοσχέδια παράσταση. Παγωμένοι από τον φόβο, αλλά με το μίσος να αστράφτει στο βλέμμα τους έχουν στρέψει την προσοχή τους στην κούρσα μπροστά από την είσοδο της Κομαντατούρ.
Ο Γιώργος ετοιμάζεται για δράση. Χάρη στη στολή Γερμανού αξιωματικού που φοράει, θα πλησιάσει ανενόχλητος στο αυτοκίνητο με τον κρατούμενο. Ξεκουμπώνει τη θήκη με το πιστόλι. Αυτό είναι το σύνθημα για τους υπόλοιπους, που κι αυτοί ετοιμάζονται να βγάλουν τα όπλα που κρύβουν κάτω από αμπέχονά τους.
Η Κατερίνα με την άκρη του ματιού της βλέπει τις κινήσεις του Γιώργου και το αίμα της παγώνει στις φλέβες της.
Πίσω από τον αγαπημένο της μια όμορφη και λυγερή ξανθιά κοπέλα έχει πλησιάσει αθόρυβα και του κολλάει στην πλάτη ένα πιστόλι.
Ο Γιώργος ανασκιρτά ξαφνιασμένος.
-Μείνε ακίνητος, Παιδί-Φάντασμα!.. Το παιχνίδι τελειώνει για σένα εδώ πέρα!... Δεν έχεις παρά να κοιτάξεις γύρω σου, για τους συντρόφους σου, αν πιστεύεις ακόμα πως μπορείς να ελπίζεις στην επέμβασή τους!
Ο Γιώργος στρέφει ολόγυρα το βλέμμα του, εκεί που ξέρει ότι βρίσκονται ακροβολισμένα τα μέλη της οργάνωσής του και παγώνει!
Πίσω από κάθε πατριώτη βρίσκεται και από ένας Γερμανός στρατιώτης που τον ακινητοποιεί με το αυτόματό του κολλημένο στην πλάτη.
Ο επικεφαλής του αποσπάσματος στρέφει το πιστόλι του στο πλήθος. Χαμηλώνει την κάνη σημαδεύοντας το οδόστρωμα και πυροβολεί απανωτά ουρλιάζοντας ταυτόχρονα:
-Στρόιεν Ζι!.. Στρόιεν Ζι! (Σκορπίστε!)
Το πλήθος έντρομο διαλύεται με τον πανικό να κυριαρχεί, αλλά και με την απορία, πώς μια κοπέλα ατάραχη μέσα στον πανικό συνεχίζει να απειλεί με το πιστόλι της έναν Γερμανό αξιωματικό, με τόσους άλλους Γερμανούς γύρω της, που κανένας ωστόσο δεν ασχολείται μαζί της!..
Η Κατερίνα έχει απομείνει ακίνητη. Αποσβολωμένη από την τροπή που πήραν τα πράγματα και ανήμπορη συνάμα να βοηθήσει τον αγαπημένο της. Ο Σπίθας είναι έτοιμος να ορμήσει στη γυναίκα που απειλεί τον φίλο του αδιαφορώντας για τη ζωή του και τις συνέπειες.
Ο Σπίνος είναι ο μόνος ήρεμος. Με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία σπρώχνει τον Σπίθα και την Κατερίνα να φύγουν μέσα στη σύγχυση, πριν οι Γερμανοί αντιληφθούν ποιοι είναι οι τσιγγάνοι και συλλάβουν κι αυτούς.
-Σπίθα, Κατερίνα, φύγετε!.. Θα πιάσουν κι εσάς!.. Θα μείνω εγώ εδώ να δω, τι μπορώ να κάνω. Εμένα δεν με ξέρουν ακόμα… Κατερίνα, δώσε μου το ντέφι σου. Η Κατερίνα χωρίς να μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς μπορεί να βοηθήσει ένα ντέφι απέναντι στα φονικά αυτόματα των Γερμανών, του το δίνει. Ο μικρός τους σπρώχνει..
-Φύγετε, λοιπόν!
Κι αφού βεβαιώνεται ότι οι φίλοι του απομακρύνθηκαν τρέχει κι αυτός και κουρνιάζει πίσω από το περίπτερο που βρίσκεται στη διασταύρωση με τη Σταδίου.
Η κοπέλα σπρώχνει ελαφρά με την κάνη του όπλου της τον Γιώργο.
-Προχώρα! του κάνει σφυριχτά.
Πλησιάζουν στην κούρσα από την οποία δεν βγαίνει κανένας κρατούμενος, αλλά ο συνταγματάρχης του ανακριτικού των Ες-Ες ο Βίλεμ Κρένσκι με τη μαύρη μισητή στολή της ναζιστικής Βάφφεν Σουτστάφφελ και με ένα πλατύ χαμόγελο στα άσαρκα χείλη του, που έκανε τα χαρακτηριστικά του ακόμα πιο σκληρά.
Χτυπά με δύναμη τη μπότα στο πλακόστρωτο και χαιρετά με το δεξί χέρι ανυψωμένο.
-Χάιλ Χίτλερ!.. Τα συγχαρητήριά μου, ταγματάρχα Στράους! Προβλέψατε διάνα και καταστρώσατε ένα ιδιοφυές σχέδιο.. Το Παιδί-Φάντασμα ήρθε και έπεσε μόνο του στα χέρια μας! Ο Φύρερ μας, έχει αλάθητο κριτήριο που σας εμπιστεύεται τις εξαρθρώσεις των πλέον επικινδύνων αντιστασιακών οργανώσεων στην Ευρώπη…. Και πάλι πετύχατε!
Στο μεταξύ οι Γερμανοί στρατιώτες που είχαν συλλάβει τους υπόλοιπους πατριώτες, τους έχουν οδηγήσει κι αυτούς κοντά στην κούρσα.
Καλύτερα, συνταγματάρχα μου, να του περάσουμε αμέσως χειροπέδες… Δεν τον αποκαλούν άδικα Παιδί-Φάντασμα και εσείς το ξέρετε καλύτερα από μένα…
Ο συνταγματάρχης μορφάζει ενοχλημένος από τις υποδείξεις του κατωτέρου του και μάλιστα γυναίκας!
-Με τόσα αυτόματα γύρω του, ούτε ένα φάντασμα μπορεί να ξεφύγει! της απαντά με φανερή ειρωνεία στη φωνή του.
Η απάντηση της Στράους ηχεί σαν ατσάλι που χτυπά πάνω σε άλλο ατσάλι.
-Δεν θα σας διαφεύγει, ωστόσο, πώς είχε δραπετεύσει από τα κρατητήρια της Μέρλιν!..
Ο συνταγματάρχης Κρέσνσκι με δυσκολία συγκρατεί την οργή του. Το Παιδί-Φάντασμα είχε πετάξει σαν φάντασμα από το κολαστήριο της Μέρλιν, μόλις είχε αναλάβει αυτός καθήκοντα διοικητή της υπηρεσίας.
-Δεν μου διαφεύγει, φροϊλάιν!.. Δεν μου διαφεύγει!.. Μα τότε δεν ήξερα ακόμα τις διαβολεμένες ικανότητές του!..
-Ένας λόγος παραπάνω, τώρα που τις ξέρετε, να δώσετε την εντολή να του περάσουν αμέσως χειροπέδες!
-Φροϊλάιν!.. Φροϊλάιν, περνάτε τα όρια!.. Και μόνο η εκτίμηση που τρέφει στο πρόσωπό σας ο Φύρερ, είναι που δεν έχω διατάξει να συλλάβουν κι εσάς με κατηγορίες που οδηγούν σε στρατοδικείο!
Ο Συνταγματάρχης στρέφεται σε δυο στρατιώτες..
Αφοπλίστε τον και ξηλώστε του αμέσως τα διάσημα της ένδοξης γερμανικής στολής, που τη ντροπιάζει φορώντας την!
Αφού οι δυο Γερμανοί στρατιώτες εκτέλεσαν τη διαταγή, η φροϊλάιν Στράους χαμηλώνει το πιστόλι της και κάνοντας κύκλο γύρω από τον Γιώργο έρχεται να σταθεί απέναντί του.
-Παιδί-Φάντασμα, με θυμάσαι;
Ο Γιώργος σηκώνει το βλέμμα του και γουρλώνει τα μάτια του από έκπληξη.
-Η Μαρλένε Στράους!.. Η γραμματέας του Φον Στούλε!
-Ακριβώς!
-Δεν καταλαβαίνω.. ψελλίζει ο Γιώργος μη μπορώντας να συνέλθει από την έκπληξη.
-Είναι πολύ απλό. Το πόστο μου σαν γραμματέας του συνταγματάρχη ήταν προκάλυψη για να δράσω ανενόχλητη. Έτυχε να έρθουμε ταυτόχρονα στην Ελλάδα. Εκείνος για να οργανώσει την Επιχείρηση Χ και εγώ για να εξαρθρώσω την πατριωτική σου οργάνωση, που θεωρείται από τη Ανωτάτη Γερμανική Στρατιωτική Ηγεσία ως μία από τις πιο επικίνδυνες στην Ευρώπη και με δράση που μας έχει στοιχίσει πολλά. Όταν μας συνέλαβες με τον συνταγματάρχη, φοβήθηκα πως είχατε πληροφορηθεί και για την δική μου αποστολή. Μετά κατάλαβα, ότι δεν ξέρατε τίποτα και ότι ήμουν για σας τελείως ασήμαντη ακόμα και για όμηρος. Ευτυχώς για μένα, με είχατε εκτιμήσει λάθος. Κάνατε και το μοιραίο λάθος να με ελευθερώσετε, έστω και με τις προφυλάξεις που είχατε πάρει για να μην ξέρω που με είχατε κρατούμενη. Συμπτωματικά, είμαι άριστα εκπαιδευμένη στο να υπολογίζω μια διαδρομή ακόμα και με κλειστά μάτια συνδυάζοντας απόσταση και στροφές τις οποίες μπορώ και απομνημονεύω με κάθε λεπτομέρεια. Αν προηγουμένως είχατε κάνει καμιά εικοσαριά φορές τον γύρο μιας πλατείας, ίσως να έχανα τον προσανατολισμό μου. Δεν το κάνατε και αφήνοντάς με εκεί που με αφήσατε, προτίμησα να κάνω την ίδια διαδρομή με τα πόδια επιστρέφοντας πίσω. Κατέληξα στο παλιό εργοστάσιο στη Δραπετσώνα. Το παρακολούθησα δυο-τρεις μέρες και βεβαιώθηκα πως κάτι ύποπτο συμβαίνει εκεί μέσα. Τη νύχτα που αποφάσισα να δράσω υπήρξα και τυχερή και άτυχη. Τυχερή γιατί πραγματοποιούταν μια συγκέντρωση επιφανών στελεχών της οργάνωσής σου με στελέχη άλλων οργανώσεων και άτυχη που δεν βρισκόσουν κι εσύ μαζί τους. Οι στρατιώτες που είχαν κρυφτεί από νωρίς σε άλλα διαμερίσματα του εγκαταλειμμένου εργοστασίου, αιφνιδίασαν εύκολα του συγκεντρωμένους και τους συνέλαβαν όλους, καθώς ξέρεις. Όταν εξακριβώσαμε ότι ανάμεσα σε αυτούς που είχαμε συλλάβει ήταν και ο πρώτος υπαρχηγός σου, βρήκαμε και το δόλωμα για να σε πιάσουμε. Φροντίσαμε να γίνει γνωστό στους δικούς σου, ξέρουμε ότι άνθρωποί σου εργάζονται σε υπηρεσίες μας, ότι θα τον μεταφέραμε από την Μέρλιν, εδώ στα κρατητήρια της Κοραή και εσύ αφελώς έπεσες στην παγίδα, χωρίς να σκεφτείς, γιατί να το κάναμε; Θα περνούσε καλύτερα εδώ από όσο στη Μέρλιν; Τον ορρό της αλήθειας θα μπορούσαν να του τον κάνουν κι εκεί!
-Οφείλω να σου ομολογήσω, ότι με νίκησες, φροϊλάιν Μαρλένε Στράους, αλλά όσο ζω ελπίζω!..
-Κι εγώ οφείλω να σου ομολογήσω κάτι, Παιδί-Φάντασμα: Μπορεί να είστε αντάρτες, αλλά με δικάσατε, έστω και παράνομα, με όλους τους τύπους ενός πραγματικού δικαστηρίου πολιτισμένου λαού πριν αποφανθείτε αν είμαι ένοχη ή αθώα. Και αποφασίσατε ότι είμαι αθώα. Και για αυτό με αφήσατε ελεύθερη. Αυτό τιμά και σένα και την οργάνωσή σου. Από τον φρούραρχο έχω αποσπάσει τον λόγο της στρατιωτικής του τιμής, ότι εφόσον θα σε συλλάμβανα θα τύχεις και εσύ της ίδιας αντιμετώπισης. Μολονότι, τα εγκλήματά σου κατά του γερμανικού στρατού και της Γερμανίας είναι γνωστά και βαριά, θα δικαστείς κανονικά, Παιδί-Φάντασμα στον ‘Παρνασσό’, όπου εδρεύει το στρατοδικείο και θα σου απαγγελθούν όλες οι κατηγορίες που θα σε στείλουν στο εκτελεστικό απόσπασμα.
-Με όλο αυτό το θέατρο, αλλάζει τίποτα φροϊλάιν Στράους;
-Ειλικρινά, για σένα, όχι.. Αποδεικνύει όμως ότι στη νέα τάξη πραγμάτων του Τρίτου Ράιχ των χιλίων ετών η απονομή της Δικαιοσύνης περνάει μέσα από τις διαδικασίες του δικαιώματος να υπερασπιστεί ο κατηγορούμενος τον εαυτό του και τις πράξεις του!
Ο Γιώργος αρκέστηκε να χαμογελάσει ειρωνικά.
-Εσύ και τα μέλη της ομάδας σου θα φιλοξενηθείτε στα υπόγεια της Κομαντατούρ, μέχρι την ημέρα της δίκης σας.. Πάρτε τους!
Ο Σπίνος κουρνιασμένος πίσω από το περίπτερο καταλαβαίνει πως οι Γερμανοί ετοιμάζονταν να τους οδηγήσουν μέσα στο κτίριο. Σηκώνεται από την κρυψώνα του και με γοργές κινήσεις σκαρφαλώνει σε μια νεραντζιά στην άκρη του πεζοδρομίου.
Όσο ψηλότερα τόσο πιο αποτελεσματικά θα μπορούσε να εφαρμόσει το σχέδιό του. Ένα σχέδιο που βασιζόταν στις εκπληκτικές ικανότητές του και στην πεποίθησή του ότι ο αρχηγός του, ο Γιώργος Θαλάσσης θα εκμεταλλευόταν και την παραμικρή ευκαιρία που θα του δινόταν.
Πλησιάζει τη μεμβράνη του ντεφιού κοντά στο στόμα του. Παίρνει μια βαθιά ανάσα και φωνάζει στην σχεδόν κολλημένη στα χείλη του μεμβράνη βάζοντας όλη τη δύναμη της φωνής του με τις εκπληκτικές ιδιότητες των φωνητικών του χορδών:
«Αέραααα!»
Η μεμβράνη σαν ηχείο πολλαπλασιάζει τον ήχο και τον απλώνει σε ολόκληρο τον δρόμο σαν να ακουγόταν από δεκάδες φωνές. Ταυτόχρονα χτυπώντας τα δάχτυλά του πάνω στη μεμβράνη και φυσώντας ακούγεται κάτι σαν ποδοβολητό πλήθους ανθρώπων που πλησίαζε τρέχοντας από τη μεριά της Σταδίου!
Οι Γερμανοί σαστίζουν για μια στιγμή. Χρόνος με το παραπάνω αρκετός για τον Γιώργο να περάσει στην αντεπίθεση.
Η φροϊλάιν Στράους που βρίσκεται πιο κοντά του, δέχεται την κεραυνοβόλα επίθεσή του και πριν προλάβει να αντιδράσει πέφτει αναίσθητη από ένα δυνατό κοφτό χτύπημα στην καρωτίδα. Το επόμενο δευτερόλεπτο την ακολουθεί στην πτώση της και ο συνταγματάρχης Κρένσκι χάνοντας κι αυτός τις αισθήσεις του από την γροθιά του Γιώργου που τον χτυπά με δύναμη και ταχύτητα ηλεκτρικού εμβόλου στο ηλιακό πλέγμα.
Οι υπόλοιποι πέντε πατριώτες, που είχαν παραμελήσει να τους αφοπλίσουν, χάρη στην άριστη εκπαίδευσή τους βρίσκονται με μιας με τα αυτόματα στα χέρια τους σκορπίζοντας τον θάνατο στους ξαφνιασμένους Γερμανούς.
-Γρήγορα στο αυτοκίνητο, παιδιά! φωνάζει ο Γιώργος και πηδάει στη θέση του οδηγού.
Από ένα παράθυρο στον δεύτερο όροφο ξεπροβάλλει το κεφάλι ενός Γερμανού. Στα χέρια του κρατάει μια χειροβομβίδα.
Την απασφαλίζει και ετοιμάζεται να της εκσφενδονίσει, αδιαφορώντας αν θα σκότωνε ακόμα και την πολύτιμη πράκτορα, τη Μαρλένε Στράους, που αγνοούσε την παρουσία της κάτω στο δρόμο. Δεν προλαβαίνει, γιατί μια σφαίρα που, σφυρίζοντας σαν σφήκα, σφηνώνεται στον τοίχο δίπλα του τον αναγκάζει να καλυφθεί πίσω από το παράθυρο.
Αν πρόσεχε πιο ψύχραιμα θα διαπίστωνε, ότι καμιά σφαίρα δεν είχε καρφωθεί στον τοίχο. Από την νεραντζιά ο Σπίνος ετοιμάζεται να.. πυροβολήσει ηχητικά ακόμα μια φορά πλησιάζοντας και πάλι την μεμβράνη του ντεφιού στο στόμα του.
Αλλά ο Γερμανός, πριν απομακρυνθεί από το παράθυρο εκσφενδονίζει βιαστικά τη χειροβομβίδα του με στόχο τον ουρανό του αυτοκινήτου, όπου ο Γιώργος πατώντας με δύναμη το γκάζι το κάνει να τιναχτεί μπροστά σαν αφηνιασμένο άλογο…
(συνεχίζεται στο επόμενο τεύχος: «Το μυστικό του προδότη»)

7 σχόλια:

  1. Τα συγχαρητήρια είναι λίγο για να περιγράψουν αυτο
    που αισθανόμουν όσο διάβαζα όλη την ιστορία,όμως
    εχω και μία ενστανση να κάνω και διόρθωσέ με Γιώργο.
    Αν θυμάμαι καλά ο Σπίθας ήταν λιγο χαζός[εδώ στην συνάντηση με τον Σπίνο,δείχνη το αντίθετο] επίσης
    νομίζω πως ούτε εγγαστρίμυθος ήταν ούτε ταχυδακτυλουργός.
    Και ακόμα όσον αφορά τις φωνητικές ικανότητες του Σπίνου τις θεωρώ υπερβολικές.
    Με άλλα λόγια δεν χρειάζεται[ κατα τη γνώμη μου] τόση πολύ φαντασία!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΩΩΩπςς!!! να διορθώσω τον....εαυτό μου στο προηγούμενο σχόλιο,που έγραψα οτι είναι εγ-
    γαστρίμυθος ο Σπίθας,σόρυ έκανα λάθος!
    Ευτυχώς που ακόμα δεν είδε το πρώτο μου σχόλιο
    η Ευγενία και έτσι...πρόλαβα και το διόρθωσα
    διαφορετικα....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΛΟΙΠΟΝ...ΕΔΩ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟΛΥΤΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΗΡΩΑ, ΜΑ ΚΑΛΟΓΡΑΜΜΕΝΗ ΟΣΟ ΛΙΓΕΣ ΤΟΥ!ΣΥΜΦΩΝΩ ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΜΕ ΤΟ ΦΙΛΟ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΣΠΙΘΑ, ΔΙΧΩΣ ΟΜΩΣ ΝΑ ΕΝΟΧΛΟΥΜΑΙ, ΕΞΑΛΛΟΥ ΣΤΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΣΥΝΕΒΑΙΝΑΝ ΤΟΣΑ ΑΠΙΘΑΝΑ ΠΟΥ ΑΥΤΟ ΤΕΛΕΙ ΔΕΝ ΕΝΟΧΛΕΙ! ΘΑ ΔΩΣΩ ΤΑ ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ ΜΟΥ ΣΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ, ΕΛΠΙΖΟΝΤΑΣ ΠΩΣ ΕΜΕΙΣ, ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ BLOG ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΣΥΝΤΟΜΑ Κ ΜΙΑ ΤΡΙΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. ΤΗ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ευχαριστώ, φίλοι μου και για τα καλά σας λόγια και για το ότι το ανάγνωσμα τελικά δεν θα αποσυρθεί ασχολίαστο, γιατί η κύρια πρόθεση μου είναι να επικοινωνούμε μέσα από τις αναρτήσεις ανταλλάσσοντας σχόλια, παρατηρήσεις σχετικά με τα ενδιαφέροντά μας και ανάμεσα λέμε και καμιά χαζομαρίτσα για να φτιάχνουμε τη μέρα μας.
    Φίλε Χρήστο για μια τρίτη ιστορία, σου έχω απαν΄τήσει ήδη προσωπικά
    Φίλε Νίκο, στο mail σου θα βρεις και συ προσωπική απάντηση γιατί τεχνικοί λόγοι καθιστούν την απάντηση από εδώ αδύνατη (τουλάχιστο για τις δικές μου τεχνικές γνώσεις).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Γιώργο, αγαπημένε φίλε, τόσο παραστατικά που τα γράφεις, μήπως τελικά υπάρχει ο Γιώργος Θαλάσσης, τον έχεις ανακαλύψει σε κάποιο διάρι στο Παγκράτι και παρότι βρίσκεται σε πολύ προχωρημένη ηλικία, σου τα έχει διηγηθεί; Δεν εξηγείται διαφορετικά ρε φίλε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ca c’est du vrai Vintage! Bravo! Ca donne envie de les lire tous, même si ca ne concerne pas directement ma tranche d’âge (1979). Tellement plus romantique que les dessins animés japonais (Dragon Ball Z) dont on se rappellera avec nostalgie quand on aura votre âge …

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Γιώργο συγχαρητήρια
    θα το τυπώσω γιά να το διαβάσω, γιατί με την οθόνη το έχω παρακάνει..
    σχόλια σύντομα

    ΑπάντησηΔιαγραφή