Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

Μικρός Ήρως : 2η ιστορία



Με τίτλο  "Η Κατερίνα κινδυνεύει" πριν από δυο μήνες είχε αναρτηθεί στο blog του Μπλεκ η πρώτη από τις δυο ιστορίες που είχα γράψει παλιότερα προσπαθώντας να μιμηθώ το ύφος και το περιεχόμενο των περιπετειών του παλιού "Μικρού Ήρωα", του αγαπημένου αναγνώσματος της δικής μου εποχής. Από καιρό πριν είχα σχεδιάσει το στόρυ μερικών ιστοριών. Από κάποια ομάδα αυτών των σχεδιασματων πήρα δυο και τα ανέπτυξα σε μήκος κανονικής ιστορίας. Ωστόσο, από την πρώτη αφαίρεσα ένα ενδιάμεσο αυτοτελές τμήμα. μη θέλοντας στην πρώτη μου επαφή με το blog να καταχραστώ περισσότερο χώρο από όσο ευγενικά μου παραχώρησε.
Με τις δυο αυτές ιστορίες και συμπληρωματικά με τα σχεδιάσματα για καμιά πενηνταριά ακόμα, θα μπορούσα να πω ότι μάλλον δεν ικανοποιήσα ακόμα εκείνο που είχα απαντήσει όταν ρωτήθηκα κατά την παρουσίαση του Λεξικού του Μικρού Ήρωα, πριν από έξι χρόνια, ότι "... έγραψα το λεξικό για τον Μικρό Ήρωα, επειδή δεν είχα την ευκαιρία να γράψω περιπέτειες του Μικρού Ήρωα.." Αυτό ήταν αναφαίρετο προνόμιο του δημιουργού του, του Στέλιου Ανεμοδουρά. Με το να δανειστώ τους ήρωεές του και να προσπαθήσω να μιμηθώ το ύφος του δεν ακυρώνω -και να το επιχειρούσα δεν θα γινόταν- το προνόμιό του. Απλώς επιβεβαιώνω, ότι ο Μικρός Ήρως υπήρξε το σημείο αναφοράς μου στα βιώματα των παιδικών μου αναγνωσμάτων, των αυτοσχεδιασμών μας στις αναπαραστάσεις της κάθε νέας περιπέτειας που διαβάζαμε και αμέσως μετά, μετατρέπαμε με τη φαντασία μας τους δρόμους της γειτονιάς μας σε δρόμους της κατοχικής Αθήνας.
Σε αυτή την δεύτερη ιστορία, που ακολουθεί πιο κάτω, ομολογώ πως ξέφυγα λίγο από τους κανόνες του παιχνιδιού, που είχα ορίσει στον εαυτό μου... Σε κάποια σημεία ενέθεσα στοιχεία ιστορίας, που ο Στέλιος Ανεμοδουράς θα είχε αποφύγει να τα αναπτύξει σε τέτοια έκταση, γιατί παρά τη χρήση ψηγμάτων ιστορίας και γεωγραφίας θεωρούσε ότι η έως εκεί δόση εγκυκλοπαιδικής γνώσης ήταν αρκετή για τα παιδικά μας μυαλά. Η προτεραιότητα στη δράση ήταν δεδομένη.
Το εξώφυλλο σχεδιάστηκε ειδικά από τον εικονογράφο Ζήση Παπαγεωργίου, που κι αυτός προσπάθησε να μιμηθεί την γραμμή του Βύρωνα Απτόσογλου, όσο εγώ το ύφος του Στέλιου Ανεμοδουρά.
Το αποτέλεσμα είναι στην κρίση σας αμέσως πιο κάτω





ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΚΟΝΔΟΡΑ


Ο αλλόκοτος αντίπαλος

   Ένα μεταγωγικό αεροπλάνο του αμερικανικού στρατού πετά στον σκοτεινό ουρανό με κατεύθυνση από μια στρατιωτική βάση των Ηνωμένων Πολιτειών προς τη Νότια Αμερική.
   Μοναδικοί επιβάτες του τρία παιδιά. Τρία παιδιά, που μάχονται σε όλα τα πλάτη της Γης για την απελευθέρωση της πατρίδας τους της Ελλάδας από τον γερμανικό, ιταλικό και βουλγαρικό ζυγό κατοχής και που με τα κατορθώματά τους έχουν γίνει ο φόβος κι ο τρόμος των δυνάμεων του Άξονα. Είναι ο Γιώργος Θαλάσσης, το ηρωικό Παιδί-Φάντασμα, η αγαπημένη του Κατερίνα και ο αχώριστος φίλος τους ο Σπίθας.
   Το αεροπλάνο τους είχε απογειωθεί λίγες ώρες πριν, από τη ναυτική βάση της Φλόριδας με προορισμό το Περού, όπου τους περιμένει μια νέα αποστολή (*). Η πιο αλλόκοτη, ίσως, από όσες έχουν αναλάβει.
   ,,Θα πρέπει να λύσουν το αίνιγμα ενός μυστηριώδους πράκτορα, που πότε δρα σαν συμμαχικός και πότε, απρόβλεπτα, σαν αντίπαλος!
«…Καταλαβαίνω, ότι θα ήθελες να ξεκουραστείτε λίγο εσύ κι οι φίλοι σου μετά την τελευταία περιπέτειά σας, αλλά παιδί μου, είσαι ο μόνος ίσως από τους πράκτορες του συμμαχικού στρατοπέδου, που θα μπορέσει να βρει τη λύση του αινίγματος, αν φυσικά υπάρχει λύση!..» είχε πει ο αρχηγός της αμερικανικής αντικατασκοπίας στο Παιδί-Φάντασμα αναθέτοντάς του την αποστολή στο Περού.
   Ο σαματάς από τενεκέδες, που κατρακυλάνε και συγκρούονται μεταξύ τους λες και διαλύεται το αεροσκάφος στο παραμικρό τράνταγμα από τα κενά αέρος, όπως αυτή τη στιγμή, έχουν πάψει από πολλή ώρα να ανησυχούν τον Γιώργο. Απλώς τον αποσπούν από τις σκέψεις του, που προσπαθούν να βάλουν σε μια τάξη τα γνωστά στοιχεία της αποστολής τους.
Ο θόρυβος προέρχεται από τις κονσέρβες της μιάμισης οκάς, που σωριάζει μπροστά του ο Σπίθας αφού έχει καταβροχθίσει προηγουμένως το περιεχόμενό τους με ρυθμό μια κάθε πέντε λεπτά!
   Ήδη ετοιμάζεται να ανοίξει ακόμα μια!
   Ο Γιώργος, που κάθεται στην άλλη άκρη του πάγκου, του φωνάζει νευριασμένος και δυνατά για να καλύψει τον θόρυβο από τη μηχανή και τις έλικες.
-Μάζεψε, Σπίθα επιτέλους τα κονσερβοκούτια σου! Δεν καταλαβαίνεις, ότι ο θόρυβος που κάνουν, κατρακυλώντας από εδώ κι από εκεί,  μου διακόπτει τις σκέψεις μου;
   Ο Σπίθας, που έχει γεμίσει το στόμα του με το μισό περίπου περιεχόμενο της κονσέρβας γυρίζει και του ρίχνει ένα άγριο βλέμμα απαντώντας του μπουκωμένος!
-Να μαζέψεις, εσύ κύριε Γιώργο, τις σκέψεις σου! Αν ενοχλούνται να μην τις αφήνεις να πετάνε ολόγυρα εδώ μέσα, γιατί να ξέρεις με ενοχλούν και δεν με αφήνουν να χωνέψω!
-Σπίθα, δεν τρώγεσαι με τίποτα! του ανταπαντάει νευριασμένος ο Γιώργος.
-Φυσικά και δεν τρώγομαι! Ούτε οι ιπτάμενες σκέψεις σου τρώγονται γιατί είναι αέρας κοπανιστός!.. Για αυτό παράτα με ήσυχο!
   Και αδιαφορώντας για τον Γιώργο, αποτελειώνει την κονσέρβα του πιάνοντας μια άλλη από το κιβώτιο, που κοντεύει να αδειάσει, ενώ ταυτόχρονα μονολογεί:
«Άκου τι λέει ο άνθρωπος! Μα αν τρωγόμουνα, θα με είχα φάει κιόλας με την πείνα που έχω!.. Μανούλα μου, χάνω μπουκιές με το να απαντάω στις ανοησίες του!»
   Η Κατερίνα στον απέναντι πάγκο χαμογελάει ακούγοντας τους δυο αγαπημένους φίλους να τσακώνονται και ξανακλείνοντας τα μάτια της δοκιμάζει να κοιμηθεί λίγο.
   Ο Γιώργος βράζοντας από θυμό προσπαθεί να ηρεμήσει με το να κοιτάζει έξω από το φινιστρίνι. Στο φως των άστρων διαγράφεται μπροστά του ο σκοτεινός όγκος των Άνδεων, σημάδι ότι πλησιάζουν στον προορισμό τους.
Μισοκλείνει τα μάτια και φέρνει στο νου του τα λόγια του αρχηγού των μυστικών αμερικανικών υπηρεσιών, προσπαθώντας να βρει ένα στοιχείο, που θα του έδινε μια λογική άκρη.

------------------------------------------------------
(*) Διάβασε το προηγούμενο τεύχος ‘‘Τρόμος στο Μετρό της Νέας Υόρκης’’(όπου εξοντώθηκε ο Πράκτορας-Τρόμος, του οποίου η ονομασία οφειλόταν στο γεγονός ότι τα σαμποτάζ του δεν στόχευαν στρατιωτικούς στόχους, αλλά στον μαζικό τρόμο του άμαχου πληθυσμού.).



  


 «Όπως θα ξέρεις, Παιδί-Φάντασμα, οι χώρες της Νότιας Αμερικής είναι τυπικά ουδέτερες σε αυτόν τον μεγάλο πόλεμο των ελευθέρων κρατών ενάντια στις δυνάμεις της βίας, του σκότους και της σκλαβιάς. Ουσιαστικά, όμως, διάκεινται φιλικά στον αγώνα μας και ίσως κάποιες σύντομα βγουν και επίσημα στον πόλεμο με το μέρος μας. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποιοι στις χώρες αυτές, που επιθυμούν να βγουν οι χώρες τους στον πόλεμο στο πλευρό του Άξονα. Ιδιαίτερα στο Περού, που υπάρχει μια αναπτυγμένη γιαπωνέζικη παροικία πολύ πριν από τον πόλεμο. Τους ανθρώπους αυτούς και τις οργανώσεις αυτές, προσπαθούν να εντοπίσουν, να απομονώσουν και να εξουδετερώσουν οι πράκτορες της υπηρεσίας μας που δρουν στη Νότια Αμερική. Είναι σημαντικό για μας, ούτε μια χώρα της Λατινικής Αμερικής να μην περάσει στο στρατόπεδο του Άξονα. Ιδιαίτερα από αυτές, όπως το Περού, που έχουν λιμάνια είτε στον Ατλαντικό, είτε στον Ειρηνικό. Η χρήση εχθρικών ναυτικών βάσεων σε αυτές θα ήταν ένας σοβαρός κίνδυνος στην πλάτη των δικών μας στόλων. Θα μας άνοιγε ένα νέο μικρό μέτωπο. Σημαντικό, ωστόσο για να απασχολήσει ικανό αριθμό δυνάμεών μας που είναι απαραίτητες στα άλλα μέτωπα...»
«Και ποια ακριβώς θα είναι η αποστολή μας; Να συνεργαστούμε με τους συμμαχικούς πράκτορες για τον εντοπισμό και τη διάλυση αυτών των οργανώσεων;»  είχε ρωτήσει ο Γιώργος διακόπτοντάς τον.
«Όχι. Αυτές τις παρακολουθούμε διακριτικά, τις ελέγχουμε και θα τις εξαρθρώσουμε στην κατάλληλη στιγμή. Στο Περού δρα αυτόνομα, δηλαδή με δικές του πρωτοβουλίες, ένας πράκτοράς μας. Έχει δώσει στον εαυτό του την κωδική ονομασία ‘Πράκτωρ-Κόνδωρ’(*). Μέχρι στιγμής θεωρείται ο ικανότερος πράκτοράς μας στην περιοχή. Έχει μόνος του εξαρθρώσει πολλές φορές ιαπωνικά και γερμανικά δίκτυα κατασκόπων. Η αλήθεια είναι, πως δεν ξέραμε και συνεχίζουμε να μην ξέρουμε τίποτα για το παρελθόν του και την προσωπική του ζωή.
   Τον τελευταίο καιρό η συμπεριφορά του έχει γίνει αλλόκοτη. Καταστρεπτικά αλλόκοτη για μας! Διέκοψε κάθε επαφή μαζί μας, ενώ συνεχίζει τη δράση του και μετά από κάθε ενέργειά του εξαφανίζεται από προσώπου γης! Ταυτόχρονα, κι αυτό είναι το χειρότερα και πιο παράξενο, δρα αναπάντεχα και για λογαριασμό του εχθρού! Είναι φορές, που επεμβαίνει και ματαιώνει τα δικά του σαμποτάζ! Και να πεις ότι το κάνει κρατώντας κρυφή την ταυτότητά του σαν κάποιος τυπικός διπλός πράκτορας; Όχι! δρα εναντίον μας φανερά, όπως δρα φανερά και για λογαριασμό μας! »
«Γιατί δεν τον απομονώνετε; Γιατί δεν τον συλλαμβάνετε;» είχε ρωτήσει απορημένος ο Γιώργος.
«Πώς να τον απομονώσουμε; Αφού από μόνος του δεν έρχεται σε επαφή μαζί μας. Φαίνεται πως έχει δικό του δίκτυο πληροφοριοδοτών καλύτερα ενημερωμένο από τα δικά μας. Μας ειδοποιεί απλώς να πάμε να παραλάβουμε από κάπου ένα πακέτο από αιχμαλωτισμένους εχθρικούς πράκτορες ενός ακόμα εξαρθρωμένου από αυτόν κατασκοπικού δικτύου. Μας ειδοποιεί πού θα βρούμε αχρηστεμένα εκρηκτικά από κάποιο εχθρικό σαμποτάζ, που ματαίωσε. Μας αφήνει σε σάκους σκουπιδιών κλεμμένα ή έγγραφα και κώδικες του εχθρού. Και το πιο εξωφρενικό: μας ειδοποιεί και για κάθε εναντίον μας εχθρική του ενέργεια, που έχει ήδη πραγματοποιήσει. Όσο για να τον συλλάβουμε; Είναι ένας λόγος, εύκολος μόνο στο να τον σκεφτείς. Το μόνο που μπορούμε να ισχυριστούμε με σιγουριά είναι το ότι το κρησφύγετό του βρίσκεται κάπου στις απόκρημνες χαράδρες των Άνδεων.
«Οι Γερμανοί και οι Γιαπωνέζοι τι λένε για τη δράση αυτού του διπλού πράκτορα;»
«Για αυτούς δεν υπάρχει διπλός πράκτορας. Ξέρουν μόνον τον Πράκτωρ-Κόνδορα, που δρα για λογαριασμό μας. Είναι η αλήθεια, ότι και αυτοί έχουν εξαπολύσει ένα πρωτοφανές ανθρωποκυνηγητό για να τον εντοπίσουν και να τον εξουδετερώσουν. Για λόγους που δεν καταλαβαίνουμε, αγνοούν ή θέλουν να αγνοούν τη δράση του ως δικού τους πράκτορα!»
«Ακόμα και σε επιτυχημένες για αυτούς ενέργειές του;» είχε απορήσει το Παιδί-Φάντασμα.
«Απλώς τις αποδίδουν σε άλλους πράκτορές τους!»
 «Υποθέτω, ότι από μένα και τους φίλους μου ζητάτε να βρω κάποιον τρόπο για να έρθω σε επαφή μαζί του, να τον αιχμαλωτίσω ή στη χειρότερη περίπτωση να τον εξοντώσω!»
«Ακριβώς, αυτό! Παιδί-Φάντασμα! Σε αυτόν τον φάκελο θα βρεις τα συνθήματα και παρασυνθήματα με τα οποία θα έρθεις σε επαφή με το αρχηγείο μας στο Περού. Αποστήθισε τα και κατάστρεψέ τον!.. Καλή επιτυχία!»
  Η φωνή του πιλότου από το μεγάφωνο, που τους ειδοποιούσε για την προσγείωση, διέκοψε τις σκέψεις του Παιδιού-Φάντασμα.
--------------------------------------------
Σημ. Ο κόνδορας είναι ένα αρπακτικό και σαρκοφάγο πουλί στην ίδια οικογένεια με τους γύπες, αλλά πολύ πιο μεγαλόσωμο. Τα φτερά του έχουν άνοιγμα  έως τρία μέτρα. Θεωρείται ως το χαρακτηριστικότερο πτηνό των Άνδεων, και μπορεί να πετάει έως και 6.000 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.




   Με ένα ισχυρό τράνταγμα το αεροπλάνο ακούμπησε τους τροχούς του στον διάδρομο προσγείωσης. Τροχοδρόμησε μερικές δεκάδες μέτρα πριν ακινητοποιηθεί κοντά στο παράπηγμα του μικρού επαρχιακού αεροδρομίου.
   Τελευταίος πήδηξε στο έδαφος ο Σπίθας κρατώντας στην αγκαλιά του τις τρεις-τέσσαρες κονσέρβες που είχαν απομείνει στο κιβώτιο μουρμουρίζοντας:
«Τι να μου κάνουν αυτές οι λίγες κονσέρβες, τώρα που με τα τραντάγματα χώνεψα τους μεζέδες που έφαγα στο αεροπλάνο;»
«Μα ήταν κοντά τριάντα κονσέρβες, Σπίθα!» παρατήρησε χαμογελώντας η Κατερίνα που τον άκουσε.
«Ε, κι εγώ τι είπα; Μεζέδες, δεν είπα; Το ίδιο είναι!»
   Ο Γιώργος δεν δίνει σημασία στον διάλογο των φίλων του. Τον έχει πλησιάσει ένας συμμαχικός πράκτορας κι ανταλλάσσουν σύνθημα και παρασύνθημα αναγνώρισης.
«Ελάτε παιδιά!. Θα πάμε σε ένα κατάλυμα να περάσουμε τη νύχτα μας και αύριο το πρωί θα φύγουμε για την πρωτεύουσα του Περού με αυτοκίνητο! Θα φτάσουμε εκεί μεθαύριο.»
«Πού είμαστε, Γιώργο, δεν είμαστε στη Λίμα;» ρωτάει η Κατερίνα.
«Όχι, Κατερίνα. Είμαστε αρκετά μακριά από τη Λίμα. Το σχέδιο πτήσης μας πρόβλεπε προσγείωση αρκετά μακριά από τη Λίμα, όπου τα αεροδρόμιά της τα παρακολουθούν στενά πράκτορες του εχθρού και δεν τους είμαστε και άγνωστοι.»
«Δηλαδή, που είμαστε;»
«Στο Κούσκο, την αρχαία πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Ίνκας, Κατερίνα! Σε υψόμετρο 3.500 μέτρα στην καρδιά των Άνδεων. Ας μη μιλάμε πολύ. Είμαστε ασυνήθιστοι σε τέτοιο υψόμετρο και το λιγοστό οξυγόνο θα μας κάνει να λαχανιάσουμε γρήγορα!» λέει ο Γιώργος.
«3.500 μέτρα πάνω από τη θάλασσα!» κάνει με θαυμασμό ο Σπίθας. «Μανούλα μου! Κάτι τέτοιες συγκινήσεις  μου ανοίγουν την όρεξη, παιδιά!»
«Εσένα όλα σου ανοίγουν την όρεξη, Σπίθα!» του κάνει γελώντας ο Γιώργος.
«Κοίτα, να σου πω… Δεν σε έχω βάλει κουμανταδόρο στην όρεξή μου, κύριε Γιώργο!… Και λίγα τα λόγια σου, γιατί θα λαχανιάσεις!.. Ουφ, λαχάνιασα και…»
«… και σου άνοιξε η όρεξη!» παρατηρεί η Κατερίνα χαμογελώντας.
   Τα παιδιά μπαίνουν σε ένα μαύρο σχεδόν σαραβαλιασμένο σεντάν, που το οδηγεί ο συμμαχικός πράκτορας και σε λίγο έχουν αφήσει πίσω τους το μικρό αεροδρόμιο.

Η πρώτη επαφή

Δεν ήταν, όμως γραφτό να φύγουν το επόμενο πρωινό από το Κούσκο, την παλιά πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας των Ίνκας.
«Πρέπει να περάσουμε από το μαγαζί κάποιου σενιόρ Ραμόν, που είναι σύνδεσμος των πρακτόρων μας για να μας δώσει τις επαφές μας στη Λίμα..» λέει ο Γιώργος στους φίλους του καθώς ετοιμάζονται για την αναχώρησή τους.
«Γιατί δεν μας τις έδωσε χτες το βράδυ ο πράκτορας που μας παρέλαβε από το αεροδρόμιο;» ρωτάει η Κατερίνα.
«Για λόγους ασφαλείας θα πρέπει να προχωράμε βήμα-βήμα. Ο πράκτορας χτες το βράδυ ήξερε μόνον για την άφιξή μας. Ούτε ποιοι είμαστε, ούτε ποια ακριβώς είναι η αποστολή μας. Ούτε ο σενιόρ Ραμόν ξέρει. Μόνον μια διεύθυνση στη Λίμα θα μας δώσει.»
«Μήπως αυτός ο κύριος σενιόρ Ραμόν έχει μαγαζί εστιατόριο, ζαχαροπλαστείο ή κάτι τέτοιο, Γιώργο;»
«Δεν νομίζω, αλλά πώς σου ήρθε αυτή η ιδέα, Σπίθα;» ρωτάει χαμογελώντας ο Γιώργος.
«Να, για να επωφεληθούμε από την επίσκεψη… Πρωινό το λες αυτό που φάγαμε; Όχι πες μου!»
«Μα, με αυτά που έφαγες εσύ, Σπίθα μου, για πρωινό..» του λέει η Κατερίνα, «…θα πρέπει να πεινάσει ολόκληρος ο πληθυσμός της πόλης για τις επόμενες δέκα μέρες, τουλάχιστο!»
«Εξυπνάδες!.. Δεν ξέρεις, ότι η έλλειψη οξυγόνου ανοίγει την όρεξη;»
«Όχι, πρώτη φορά το ακούω… Ήξερα για το αντίθετο. Ότι το πολύ οξυγόνο ανοίγει την όρεξη.»
   Ο Γιώργος διακόπτει τον διάλογο των φίλων του.
«Πάμε, παιδιά!.. Έχουμε αργήσει!»
   Ο Σπίθας παραχώνει βιαστικά στις τσέπες του ότι είχε απομείνει από το πρωινό του Γιώργου και της Κατερίνας και τους ακολουθεί τρέχοντας.
  Η περιπλάνησή τους στους γραφικούς δρόμους της παλιάς πόλης δεν κρατάει πολύ. Με τη βοήθεια ενός χάρτη βρίσκουν εύκολα το κατάστημα του πράκτορα-σύνδεσμου. Είναι ένα κατάστημα με τουριστικά είδη λαϊκής περουβιανής τέχνης. Η πινακίδα γράφει: ‘‘Μάτσου Πίτσου’ Τουριστικά είδη. Αρμάντο Ρούις Ραμόν’’.
«Αυτό είναι το μαγαζί, παιδιά!.. Κατερίνα, έλα μαζί μου. Εσύ, Σπίθα, πρόσεχε την είσοδο για κάθε ενδεχόμενο.»
  Τα δυο παιδιά μπαίνουν στο μισοσκότεινο μαγαζί. Δεν βλέπουν κανέναν.
«Σενιόρ Ραμόν!» φωνάζει κάπως δυνατά ο Γιώργος.
  Η απάντηση έρχεται πίσω από τον πάγκο. Είναι ένα βογκητό πόνου.
  Ο Γιώργος με ταχύτατες κινήσεις βγάζει το πιστόλι του από την τσέπη του και τρέχει εκεί που ακούστηκε το βογκητό, ενώ η Κατερίνα αστραπιαία ταμπουρώνεται πίσω από ένα βαρύ έπιπλο και με το δικό της πιστόλι είναι έτοιμη να καλύψει τον αγαπημένο της.
  Πίσω από τον πάγκο ο Γιώργος βλέπει έναν μεσόκοπο άντρα με έντονα τα χαρακτηριστικά της φυλής Κετσέουα, όπως είναι οι περισσότεροι γηγενείς κάτοικοι του Περού. Στο άσπρο πουκάμισό του και στο ύψος της καρδιάς έχει απλωθεί ένας κατακόκκινος λεκές από αίμα. Σκύβει πάνω από τον τραυματισμένο άντρα που βογκάει. Δίπλα του βρίσκεται μια πεσμένη συσκευή τηλεφώνου και το ακουστικό της το κρατάει ακόμα στο χέρι του ο θανάσιμα τραυματισμένος άντρας.
«Σενιόρ Ραμόν;»
  Ο άντρας με κόπο προσπαθεί να του μιλήσει. Οι λέξεις βγαίνουν δύσκολα από τα χείλη του.
«Με πυροβόλησαν πριν λίγα λεπτά… Ήταν δυο ξανθοί άντρες…»
   Ο Γιώργος κάνει να ανοίξει το πουκάμισο του ετοιμοθάνατου άντρα για να δει τη σοβαρότητα του τραύματος. Αυτός τον εμποδίζει βογκώντας.
  «Μη, πονάω πολύ… Και είναι ανώφελο, σενιόρ!»
   «Να ειδοποιήσουμε ένα ασθενοφόρο και την αστυνομία!»
   Ο Ραμόν του δείχνει με τη ματιά του το ακουστικό.
«Τηλεφώνησα… Όπου νάναι καταφθάνουν!.. Δεν πρέπει να σε βρουν εδώ!… Πες μου μια λέξη!…»
«Κόνδορας!» λέει γρήγορα ο Γιώργος.
«Άνδεις» κάνει με λαχανιασμένη από την προσπάθεια φωνή ο άντρας.
   Ο Γιώργος πιάνει τον σφυγμό του τραυματία. Πρέπει να δει πόση ζωή του μένει ακόμα.
«Λίμα… Νυχτερινό κέντρο Μάτσου-Πίτσου… Μονόφθαλμος… Φύγε, τώρα!» προφέρει με κόπο ο Ραμόν. Κλείνει τα μάτια του ανασαίνοντας με δυσκολία.
  Ο Γιώργος σηκώνεται βιαστικά. Βγαίνει πίσω από τον πάγκο και φωνάζει αρκετά δυνατά στην Κατερίνα.
« Πάμε να φύγουμε γρήγορα, Κατερίνα!.. Δεν έχουμε να κάνουμε τίποτα άλλο. Εξάλλου, δεν πρέπει να μας βρει η αστυνομία εδώ μέσα!»
  Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα τα δυο παιδιά βρίσκονται στο δρόμο, που ακόμα δεν έχει πολύ κίνηση. Ο Γιώργος πλησιάζει γοργά τον Σπίθα που ακουμπισμένος σε μια κολώνα μασουλάει τα τελευταία απομεινάρια του πρωινού του γεύματος.
«Σπίθα, του λέει ο Γιώργος βιαστικά, παρακολούθησε, όποιον δεις να βγαίνει από αυτό το μαγαζί. Θα μας παρακολουθήσει πού πάμε. Μετά, ακολούθησέ τον, όπου πάει και έλα στο ξενοδοχείο να μου πεις. Εντάξει;»
«Α, δεν είσαι φίλος, Γιώργο! Με βάζεις να παρακολουθώ κάποιον γύρευε για πόσες ώρες και αυτό όπως ξέρεις μου ανοίγει την όρεξη!..»
«Εντάξει, Σπίθα… Θα σου ομολογήσω, ότι ο άνθρωπος αυτός, αφού διαπιστώσει πού θα πάμε, έχει ραντεβού για φαγητό στο καλύτερο εστιατόριο της πόλης. Και φοβάμαι, πως αν καταλάβει, ότι τον παρακολουθείς θα τα φάει όλα τα φαγητά και δεν θα σου αφήσει τίποτα! Για αυτό φρόντισε να μη σε καταλάβει!»
«Γιώργο μου, είσαι ο καλύτερος φίλος του κόσμου! Έγνοια σου και δεν καταλάβει, ότι υπάρχει άνθρωπος πίσω του! Μανούλα μου, οι συγκινήσεις μου ανοίγουν την όρεξη!»
  Ο Γιώργος και η Κατερίνα απομακρύνονται γρήγορα από τον Σπίθα, που κρύβεται πίσω από κάτι χαρτοκιβώτια κοντά στην είσοδο του μαγαζιού.
   Κατόπιν με αργό βάδισμα σαν να πρόκειται για δυο αμέριμνους τουρίστες, ο Γιώργος με την Κατερίνα παίρνουν τον δρόμο μπροστά από το κατάστημα. Ήταν καιρός. Από την είσοδο του καταστήματος ξεπροβάλλει ο… σενιόρ Ραμόν υγιέστατος φορώντας ένα πολύχρωμο τοπικό πόντσο πάνω από το πουκάμισό του. Κλειδώνει την πόρτα του μαγαζιού του και με προφυλάξεις να μην τον αντιληφθούν τα δυο παιδιά αρχίζει να τα παρακολουθεί αγνοώντας πως και αυτόν τον παρακολουθεί ένας από τους πιο ικανούς στις παρακολουθήσεις στον κόσμο· ο Σπίθας!
«Δεν καταλαβαίνω, Γιώργο!.. Τι συμβαίνει; Δεν θα έπρεπε να περιμένουμε να φτάσει η αστυνομία;» ρωτάει η Κατερίνα παραξενεμένη από την αλλόκοτη συμπεριφορά του αγαπημένου της, αλλά που ωστόσο δεν έχει δει τον Ραμόν να τους παρακολουθεί.
«Δεν θα έρθει καμιά αστυνομία, Κατερίνα!… Κοίταξε με τρόπο πίσω μας και πες μου τι βλέπεις..»
  Στο αντικαθρέφτισμα στη τζαμαρία μιας βιτρίνας, που περνούσαν από μπροστά της εκείνη τη στιγμή, η Κατερίνα προλαβαίνει να δει κάποιον να τους παρακολουθεί με προφυλάξεις.
«Ποιος είναι αυτός;»
«Ο ετοιμοθάνατος σενιόρ Ραμόν!»
«Τι; Δεν καταλαβαίνω!»
«Όλα ήταν κάτι σαν παγίδα! Το υποψιάστηκα, όταν δεν με άφησε να δω το ψεύτικο τραύμα του και το κατάλαβα, όταν έπιασα τον σφυγμό του. Ήταν σφυγμός υγιούς και όχι ετοιμοθάνατου. Θέλουν να μας παρακολουθήσουν και να δράσουν στην κατάλληλη στιγμή. Ο ερχομός μας, παρόλα τα μέτρα προφύλαξης, ήταν γνωστός. Δεν ξέρω ποιοι είναι, αλλά υποψιάζομαι..»
«Ποιους υποψιάζεσαι;»
«Τον Πράκτορα-Κόνδορα και τους ανθρώπους του!.. Αν πρόσεξες, σου φώναξα δυνατά να φύγουμε τάχα ότι πίστεψα, ότι τα πράγματα ήταν όπως μας τα παρουσίαζαν. Πρόλαβα να προσέξω ότι το τηλέφωνο ήταν ανοικτό και πιθανώς στην άλλη άκρη της γραμμής κάποιος ή κάποιοι άκουγαν και ήθελαν να βεβαιωθούν! »
«Τώρα, τι κάνουμε;»
«Πάμε κατευθείαν στο ξενοδοχείο… Όχι, φυσικά στο δικό μας, αλλά στο πρώτο, που θα βρούμε μπροστά μας… Θα περιμένουμε λίγο και μετά θα πάμε στο δικό μας να περιμένουμε τον Σπίθα… Αλλά, κάτι μου λέει, ότι δεν θα φύγουμε σύντομα από το Κούσκο!.. Περπάτα σαν να μη συμβαίνει τίποτα.»

Ιπτάμενες… πίτσες
   Μπροστά ο Γιώργος με την Κατερίνα πηγαίνουν μπροστά αμέριμνοι σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Πίσω τους, τους ακολουθεί ο σενιόρ Ραμόν και τελευταίος κλείνει την παράξενη παρακολούθηση ο Σπίθας.
  Πραγματικά αθέατο το χοντρό και αιώνια πεινασμένο παιδί ακολουθεί σαν ίσκιος τον Ρούις Ραμόν, όχι τόσο από καθήκον στη διαταγή του Γιώργου, αλλά από περιέργεια!.. Περιέργεια, πώς ένας τόσο λιπόσαρκος και μικροκαμωμένος άντρας είναι δυνατό να του… φάει όλο το φαγητό στο εστιατόριο, όπου πρόκειται να πάει μετά την παρακολούθηση!
  Ο Γιώργος με την Κατερίνα μπαίνουν στο πρώτο ξενοδοχείο, που βρίσκουν μπροστά τους.
  Ο Σπίθας βλέποντας τους φίλους του να μπαίνουν σε άλλο ξενοδοχείο και όχι στο δικό τους απορεί.
«Καλά, ο Γιώργος είναι συνήθως αφηρημένος, αλλά η Κατερίνα; Πώς μπήκαν σε αυτό το ξενοδοχείο, που δεν είναι το δικό μας; Μήπως θα πρέπει να πάω να τους πω ότι έχουν κάνει λάθος; Αν πάω, όμως, θα χάσω από τα μάτια μου αυτόν τον τύπο, που τώρα ασφαλώς θα πάει στο εστιατόριο!..»
 Δεν θέλει πολύ για να αποφασίσει. Η σκέψη και μόνο ότι χάνοντας τον άνθρωπο που παρακολουθεί θα χάσει και την ευκαιρία να δοκιμάσει εκλεκτούς μεζέδες, βαραίνει καθοριστικά στην απόφασή του.
«Θα τον ακολουθήσω!… Άλλωστε, όταν ο Γιώργος και η Κατερίνα δεν δουν τα πράγματά μας θα καταλάβουν το λάθος τους και θα πάνε στο ξενοδοχείο μας!..»
  Και ευχαριστημένος για τον μεγαλοφυή συλλογισμό του περιμένει πότε ο σενιόρ Ραμόν θα αποφασίσει να συνεχίσει τον δρόμο του. Πράγματι, ύστερα από λίγα λεπτά, αφού πρώτα  βεβαιώνεται, ότι πράγματι το Παιδί-Φάντασμα και οι φίλοι του μένουν σε αυτό το ξενοδοχείο, συνεχίζει τον δρόμο του στρίβοντας στην πρώτη γωνία. Δεν αντιλήφθηκε, ωστόσο, τον Γιώργο που πίσω από την τζαμαρία στην είσοδο του ξενοδοχείου τον παρακολουθούσε άγρυπνα.
  Ο Ραμόν, όμως, δεν κατευθύνεται σε κάποιο εστιατόριο, ή έστω κάπου που να θυμίζει εστιατόριο. Φτάνει έξω από ένα αρχοντικό με ισπανικό αποικιακό ρυθμό και χτυπά συνθηματικά το ρόπτρο της μεγαλόπρεπης εξώπορτας.
  Κάποιος από μέσα ανοίγει το μικρό παραθυράκι της πόρτας. Στο άνοιγμα ξεπροβάλλει ένα κεφάλι. Ο Ραμόν προφέρει το σύνθημα, που ο Σπίθας, παρά την απόσταση που βρίσκεται, το ακούει αρκετά καθαρά, επειδή ο δρόμος είναι μικρός και ήσυχος.
«Μάτσου-Πίτσου!» λέει ο Ραμόν.
«Ίνκας!» του απαντάει ο άλλος με το παρασύνθημα και του ανοίγει την πόρτα. Ο Ραμόν μπαίνει μέσα και η βαριά πόρτα κλείνει πίσω του. Ο Σπίθας με τη σειρά του πλησιάζει και χτυπάει συνθηματικά, όπως είχε δει τον άλλον να κάνει και περιμένει. Το παραθυράκι ξανανοίγει και ο άντρας από μέσα παρατηρεί ερωτηματικά το χοντρό παιδί. Ο Σπίθας του μιλάει με σπασμένα ισπανικά.
«Ρεστοράντε! Εγκώ πελάτης! Πεινάω! Άνοιξε!»
Ο άλλος αντί να του ανοίξει του κλείνει κατάμουτρα το παραθυράκι μουρμουρίζοντας μια βρισιά νομίζοντάς τον για τουρίστα!
  Ο Σπίθας επιμένει νευριασμένος με τη συμπεριφορά του πορτιέρη!
  Το παραθυράκι ξανανοίγει.
«Μάτσα-Πίτσα!.. Άλλη πίτσα έχει;»
  Ο άντρας ακούει αποσβολωμένος το σύνθημα, έστω και παραφθαρμένο και ανοίγοντάς του την πόρτα, μουρμουρίζει το παρασύνθημα:
«Ίνκας!»
«Δεν την έχω ακουστά, αλλά θα τη δοκιμάσω κι αυτή!» απαντάει καθώς μπαίνει. Τα εκπαιδευμένα ρουθούνια του προσπαθούν να εντοπίσουν οσμές φαγητών, αλλά δεν εντοπίζει τίποτα που να του θυμίζει μυρωδιά φαγητού.
«Μα, τι στο καλό!.. Άοσμες είναι πίτσες εδώ; Μπα, δε βαριέσαι για να τις φάω ήρθα και όχι να τις βάλω κολόνια!
   Ακολουθεί τον διάδρομο σκοπεύοντας να ανοίξει την πρώτη πόρτα. Δεν προλαβαίνει να πραγματοποιήσει την απόφασή του και η πόρτα… ανοίγει από μόνη της. Από το άνοιγμα πετάγονται δυο χειροδύναμοι και μεγαλόσωμοι Περουβιανοί. Πέφτουν επάνω του, αλλά ο Σπίθας δεν είναι εύκολος αντίπαλος. Άριστα εκπαιδευμένος στην ιαπωνική πάλη, θα τους εξουδετέρωνε εύκολα, αν στο μεταξύ στη συμπλοκή δεν έμπαιναν ακόμα δύο. Παρόλα αυτά ο Σπίθας δεν δείχνει να δειλιάζει. Αντίθετα, το αντιλαμβάνεται διαφορετικά.
«Για δες φίλε μου, έχουν και ειδικό προσωπικό για να σου ανοίγει την όρεξη!.. Μπράβο τους!.. Θα…»
   Δεν προλαβαίνει να ολοκληρώσει τη φράση του. Κάτι σκληρό τον χτυπάει στη βάση του κρανίου του και τον κάνει να δει δεκάδες… πίτσες να πετάνε στριφογυρίζοντας γύρω του.
«Μανούλα μου! Και φοβερή εξυπηρέτηση! Μετά το άνοιγμα της όρεξης σου φέρνουν και όλες τις πίτσες μαζί!.»
  Κουνάει τα χέρια του στον αέρα για να πιάσει μια ιπτάμενη πίτσα. Πιάνει μόνο αέρα, αλλά δεν προλαβαίνει να θυμώσει με τις… ανυπότακτες πίτσες και καταρρέει μέσα σε απόλυτο σκοτάδι του μυαλού του, καθώς χάνει τις αισθήσεις του. Προλαβαίνει,  ωστόσο, να ψιθυρίσει με παράπονο:
«Οι πίτσες μου! Πού πήγαν οι πίτσες μου;»

Θυσία στον θεό-ήλιο!

  Ο Σπίθας αρχίζει να συνέρχεται αργά. Ο δυνατός πόνος, που νιώθει στη βάση του κρανίου του είναι το τελευταίο πράγμα που τον απασχολεί, επειδή το τελευταίο πράγμα που θυμάται είναι κάτι ιπτάμενες πίτσες να στροβιλίζονται μπροστά του, αλλά που δεν μπόρεσε να πιάσει ούτε μια από αυτές!
  Ανοίγει τα μάτια του, αλλά ένα γκρίζο διάφανο πέπλο θολώνει το βλέμμα του. Δοκιμάζει να ανασηκωθεί. Όμως κάτι τον κρατάει ακίνητο. Νιώθει να σφίγγει το σώμα του ένα λεπτό σκοινί. Είναι ξαπλωμένος σφιχτά πάνω σε μια σκληρή λεία και επίπεδη επιφάνεια. Το γκρίζο πέπλο σιγά-σιγά υποχωρεί και τα μάτια αρχίζουν να διακρίνουν λεπτομέρειες.
  Βρίσκεται σε μια ψηλοτάβανη αίθουσα με σκουρόχρωμους πέτρινους τοίχους, που το μοναδικό και αδύναμο φως από κεριά σχηματίζει στην επιφάνειά τους αλλόκοτες σκιές. Ο ίδιος είναι δεμένος πάνω σε ένα κυκλικό πέτρινο τραπέζι. Ολόγυρά του διακρίνει ανθρώπινες φιγούρες ντυμένες με μακριά και φαρδιά κόκκινα ή μπλε ράσα. Τα πρόσωπά τους κρύβονται πίσω από τερατόμορφες μάσκες, ενώ τα κεφάλια τους είναι στολισμένα με πλουμιστά μεγάλα φτερά.
  Ένα βαθύ μουρμουρητό, σαν απόκοσμη ψαλμωδία, πολλαπλασιάζεται εφιαλτικά από την αντήχησή της στους γυμνούς πέτρινους τοίχους της αίθουσας.
  Ξαφνικά η ψαλμωδία κόβεται απότομα. Σε απόλυτη σιγή οι φιγούρες χωρίζονται δεξιά και αριστερά ανοίγοντας ένα πλατύ διάδρομο που αρχίζει από το βάθος της αίθουσας και φτάνει έως τον πέτρινο κυκλικό βωμό με τον Σπίθα.
  Μέσα στο μισοσκόταδο από το βάθος του διαδρόμου, που σχηματίστηκε ξεχωρίζει μια γιγαντόσωμη φιγούρα, καθώς πλησιάζει με αργό τελετουργικό βήμα. Είναι κι αυτή ντυμένη με ράσο, όπως οι άλλες, αλλά περισσότερο φανταχτερό. Το ίδιο περισσότερο φανταχτερά και μεγαλύτερα είναι και τα φτερά που στολίζουν το κεφάλι της. Το πρόσωπό της το κρύβει μια χρυσή στρογγυλή μάσκα, που θυμίζει ήλιο.
  Πλησιάζει και στέκεται μπροστά στον δεμένο Σπίθα, που την κοιτάζει απορημένος.
«Με τόσα φτερά θα είναι ο διευθυντής του εστιατορίου!..» συμπεραίνει από μέσα του ο Σπίθας κρίνοντας από την εμφάνισή του.
«Κύριε φασιανέ μου, κάτι πίτσες που ήμουν προ λίγου έτοιμος να φάω, τι έγιναν;»
  Η φιγούρα απλώνει τα χέρια της στα πλάγια κάνοντας το ράσο-μανδύα να ανοίξει. Είναι ένας άντρας μυώδης, γυμνός από τη μέση και πάνω, με τις γραμμώσεις των κοιλιακών του να διαγράφονται εντυπωσιακά από τις ανταύγειες της αδύναμης λάμψης των κεριών. Ένα μικρό περίζωμα είναι τυλιγμένο γύρω από τους γοφούς του. Διάφορα χρυσά μενταγιόν ή στολισμένα με πολύτιμες πέτρες κρέμονται με λεπτές χρυσές αλυσίδες στο στήθος του. Στο δεξί του χέρι κρατάει ένα πέτρινο μαχαίρι. Υψώνει αργά τα χέρια του ψηλά σαν ικεσία μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτο.
«Δεν κατάλαβα! Μπορείς να μου επαναλάβεις σε παρακαλώ, τι είπες;» κάνει ο Σπίθας.
  Ο άντρας, φανερό πως είναι ο αρχιερέας της παράξενης τελετής, με δυνατή φωνή απαγγέλλει κάτι σε μια άγνωστη και ακατάληπτη γλώσσα, αλλά στην οποία ξεχωρίζουν οι λέξεις ‘Μάτσου Πίτσου’.
«Δικαιολογίες!» αποκρίνεται ο Σπίθας  φανερά θυμωμένος. «Πρώτα-πρώτα λύσε με και θα μάθω μόνος μου τι έγιναν αυτές οι μάτσες πίτσες!.. Δεν μου αρέσει καθόλου ο τρόπος που φέρεστε στους πελάτες σας!.. Λύσε με, λοιπόν!»
  Ο αρχιερέας χωρίς να δώσει σημασία στις διαμαρτυρίες του Σπίθα ζυγιάζει το πέτρινο μαχαίρι του πάνω από το στήθος του παιδιού στο μέρος της καρδιάς. Ετοιμάζεται να το κατεβάσει με δύναμη κρατώντας το και με τα δυο του χέρια.
  Ο Σπίθας και πάλι παρανοεί την κίνηση του αρχιερέα και νομίζει πως ετοιμάζεται να του κόψει το σκοινί με το μαχαίρι.
«Έϊ! Πώς πας να το κόψεις έτσι, Χριστιανέ μου; Πρόσεχε, μπορεί να μου τρυπήσεις το στομάχι και μετά να μη μπορώ να φάω!» του φωνάζει έντρομος, αλλά ο άλλος, φυσικά, δεν του δίνει σημασία.

Το Παιδί-Φάντασμα επεμβαίνει

  Ξαφνικά η πόρτα στο βάθος της αίθουσας ανοίγει με πάταγο και ένας πυροβολισμός, που ακούγεται σαν κανονιά στην πέτρινη αίθουσα πανικοβάλει τους παράξενα ντυμένους άντρες. Ταυτόχρονα ένα ουρλιαχτό πόνου ανάκατο με οργή βγαίνει από τα στήθη του αρχιερέα. Η σφαίρα από το πιστόλι έχει βρει το μαχαίρι στη λαβή του και το σπάει τραυματίζοντάς τον ίδιο στα χέρια, μια μόλις στιγμή πριν το καρφώσει στο στήθος του ανήμπορου να αντιδράσει Σπίθα.
  Στο κατώφλι της πόρτας εμφανίζεται το Παιδί-Φάντασμα κρατώντας στο χέρι ένα πιστόλι, που η κάνη του καπνίζει ακόμα. Ο Γιώργος παραμερίζει και στην αίθουσα εισβάλλουν Αμερικανοί πράκτορες με αντιασφυξιογόνες μάσκες. Εκσφενδονίζουν με συγχρονισμό κινήσεων χειροβομβίδες καπνού και υπνωτικού αερίου. Μέσα στον καπνό και στον πανικό ο Γιώργος διακρίνει τον αρχιερέα να τρέχει προς μια μικρή πόρτα στην άλλη άκρη της αίθουσας. Ορμάει ξωπίσω του αφήνοντας στους πράκτορες τη διάσωση του Σπίθα και τα υπόλοιπα.

  Η σωτήρια επέμβαση του Παιδιού-Φάντασμα ακριβώς την τελευταία στιγμή οφειλόταν στη διαίσθηση του θανάσιμου κινδύνου που στο ατρόμητο και ηρωικό Ελληνόπουλο έχει οξυνθεί χάρη στον καθημερινό αγώνα του εναντίον των κατακτητών της πατρίδας του.
  Παρακολουθώντας αθέατος τον σενιόρ Ραμόν πίσω από την τζαμαρία στη είσοδο του ξενοδοχείου ένιωσε ξαφνικά εκείνο το σφίξιμο που ένιωθε κάθε φορά, που κάποιος κίνδυνος απειλούσε αυτόν και τους φίλους του. Δεν χωρούσε αμφιβολία, ότι ο Σπίθας, ο αγαπημένος φίλος του παρακολουθώντας τον Περουβιανό, βάδιζε προς τον θάνατο και αποφάσισε να πάρει κι αυτός μέρος στην παρακολούθηση.
«Κατερίνα…» είπε στην αγαπημένη του, «…κάτι μου λέει, ότι πρέπει να πάρω κι εγώ μέρος στην παρακολούθηση! Εσύ τηλεφώνησε τώρα αμέσως στη βάση του κλιμακίου των Αμερικανών πρακτόρων και ζήτησε να βρίσκονται σε κατάσταση ετοιμότητας μερικοί πράκτορες για άμεση επέμβαση, μόλις τους ειδοποιήσω!» και βγαίνει έξω τρέχοντας, επειδή ο σενιόρ Ραμόν με τον Σπίθα ξωπίσω του είχαν αρχίσει να απομακρύνονται.
  Η Κατερίνα μόλις προλαβαίνει να ψελλίσει:
«Πρόσεχε, Γιώργο!»
  Ο συνωμοτικός τρόπος με τον οποίο ο Περουβιανός μπήκε στο κτίριο και η ευκολία με την οποία πέρασε και ο Σπίθας, έβαλαν το Παιδί-Φάντασμα σε υποψίες και αποφάσισε να δράσει αμέσως.

  Πλησίασε και αυτός στην μεγάλη είσοδο, χτύπησε το ρόπτρο με τον συνθηματικό τρόπο που είχε δει να το κάνει πρώτα ο Ραμόν και μετά ο Σπίθας και αμέσως κόλλησε το σώμα του στον τοίχο πλάι στην πόρτα.

   Ο φρουρός ανοίγοντας το παραθυράκι και μη βλέποντας κανέναν βγαίνει έξω να δει. Αλλά πριν προλάβει να κάνει μια ακόμα κίνηση πέφτει αναίσθητος από το κοφτό χτύπημα του Ελληνόπουλου στον αυχένα.

  Ο Γιώργος τον σέρνει μέσα, τον δένει, τον φιμώνει και τον κρύβει πίσω από τη μεγάλη σκάλα, που οδηγεί στο πάνω πάτωμα. Του ρίχνει από πάνω του μερικά άδεια τσουβάλια και τον σκεπάζει. Κατόπιν ψάχνει για κάποιο τηλέφωνο που σίγουρα θα υπάρχει στο φυλάκιο. Το βρίσκει εύκολα στο μικρό εσωτερικό κουβούκλιο του φρουρού.

  Σχηματίζει στο καντράν τον αριθμό τηλεφώνου του κλιμακίου ων Αμερικανών πρακτόρων και με κοφτές φράσεις τους λέει πού βρίσκεται και τι ακριβώς θέλει. Κατόπι βγαίνει έξω κρύβεται στην απέναντι γωνία ελέγχοντας και την εξώπορτα του κτιρίου και περιμένει τους πράκτορες.

   Δέκα λεπτά αργότερα καταφθάνει με μεγάη ταχύτητα ένα μικρό σκεπαστό καμιόνι. Φρενάρει απότομα κάνοντας τα λάστιχά του να τρίξουν στον λιθόστρωτο δρόμο. Από την καρότσα του ξεπηδούν καμιά δεκαριά γεροδεμένοι άντρες, που κάποιοι από αυτούς έχουν τα χαρακτηριστικά των ντόπιων. Οι υπόλοιποι δείχνουν να είναι Αμερικανοί. 

  Ο Γιώργος πλησιάζει τον επικεφαλής τους. Του εξηγεί με κοφτές φράσεις κι αυτός δίνει διαταγή στους άντρες του να ετοιμάσουν τα όπλα τους και να τον ακολουθήσουν στο εσωτερικό του σπιτιού.

  Ο αιχμαλωτισμένος φρουρός, που στο μεταξύ είχε συνέλθει, τους πληροφορεί τι είχε συμβεί στον Σπίθα και ότι τον έχουν σε κρυφό ναό των Ίνκας στο υπόγειο. Από εκεί και πέρα είναι θέμα χρόνου να τον προλάβουν ζωντανό.

Ο Γιώργος με το πρόσωπό του συσπασμένο από την αγωνία για την τύχη του αγαπημένου του φίλου χύνεται πρώτος μπροστά χωρίς καμιά προφύλαξη σφίγγοντας γερά στο χέρι του πιστόλι του.

   Η πόρτα του κρυφού ναού είναι ξεκλείδωτη και αοίγει με πάταγο, καθώς το θυρόφυλλό της χτυπά με δύναμη στον τοίχο από το βιαίο σπρώξιμό της από τον Γιώργο, που βλέπει έντρομος τον αρχιερέα να έχει αρχίσει να κατεβάζει το πέτρινο μαχαίρι του με στόχο την καρδιά του ανήμπορου Σπίθα.

  Με ταχύτητα αστραπής σηκώνει το πιστόλι του και πυροβολεί χωρίς να σημαδέψει κάνοντας νοερά μια γρήγορη προσευχή να μη χρειαστεί να πυροβολήσει δεύτερη φορά, γιατί έτσι κι αλλιώς θα είναι ήδη αργά.

  Τα παρακάτω είναι ήδη γνωστά.


Στην παγίδα του Κόνδορα

  Ο διάδρομος πίσω από την μικρή πόρτα στο βάθος της αίθουσας, όπου έτρεξε να διαφύγει ο αρχιερέας της παράξενης τελετής, είναι σκοτεινός. Αυτό, ωστόσο, δεν είναι εμπόδιο για το ατρόμητο Ελληνόπουλο. Μια εγχείρηση, που είχε υποβληθεί στα μάτια ύστερα από μια προσωρινή τύφλωση(*) του είχε προσθέσει στις ικανότητές και μια παράξενη, αλλά πολύτιμη ιδιότητα. Να βλέπει στο σκοτάδι σαν νυχτοπούλι.
   Τα μάτια προσαρμόζονται γρήγορα στο βαθύ σκοτάδι, αλλά στον σκοτεινό διάδρομο ο άνθρωπος που κυνηγούσε δεν φαινόταν πουθενά. Κάπου μακριά τον ακούει να τρέχει. Ύστερα και τα βήματά του παύουν να ακούγονται. Το Παιδί-Φάντασμα αρχίζει να προχωράει στον διάδρομο έχοντας όλες τις αισθήσεις του σε επιφυλακή. Στο τέλος του διαδρόμου ξεκινά μια σκάλα που οδηγεί πάνω.
  Την ανεβαίνει προσεκτικά και χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο. Στο κεφαλόσκαλο υπάρχει μια πόρτα κλειστή. Πιάνει το πόμολο και δοκιμάζει  να την ανοίξει αργά.
  Η πόρτα υποχωρεί στο σπρώξιμό του και ανοίγει. Στέκει στο κατώφλι της και από το άνοιγμά της βλέπει ένα σκοτεινό δωμάτιο διακρίνοντας τη λιγοστή επίπλωσή του. Μπαίνει στο δωμάτιο με προφυλάξεις και κάνει δύο-τρία βήματα, αφού πρώτα διαπιστώνει ότι δεν υάρχει ανθρώπινη παρουσία σε αυτό.
  Ξαφνικά άπλετο φως από μια λάμπα στο ταβάνι πλημμυρίζει το δωμάτιο. Ο Γιώργος ξαφνιασμένος κάνει να γυρίσει  αλλά μια φωνή τον ακινητοποιεί.
«Πρώτα πετάς το πιστόλι σου στο πάτωμα κα μετά γυρνάς. Διαφορετικά πυροβολώ πριν προλάβεις να κουνηθείς!»
Το ατρόμητο Ελληνόπουλο θυμώνει με την απερισκεψιά του και τα βάζει με τον εαυτό του, που δεν είχε δει και πίσω από την πόρτα, όπου κρυβόταν αυτός που κυνηγούσε.
  Υπακούει στην προσταγή του αγνώστου. Πετάει το πιστόλι του και γυρίζει αργά.
«Καλώς ήρθες, Παιδί-Φάντασμα!»  του κάνει σαρκαστικά ένας γεροδεμένος άντρας σημαδεύοντάς τον με ένα πιστόλι στο χέρι του. Με το άλλο χέρι σφίγγει το μπράτσο του με ένα αιματοβαμμένο επίδεσμο. Ο Γιώργος τον παρατηρεί αμίλητος για λίγα δευτερόλεπτα.
«Ο Πράκτωρ-Κόνδωρ, υποθέτω!» απαντά στον ίδιο σαρκαστικό τόνο το Ελληνόπουλο αναγνωρίζοντας στα νοτιοαμερικάνικα  χαρακτηριστικά του τον πράκτορα που είχε δει σε φωτογραφία στο αρχείο του αμερικανικού αρχηγείου αντικατασκοπείας. Από το τραυματισμένο χέρι του συμπεραίνει ότι ο Πράκτωρ-Κόνδωρ και ο αρχιερέας ήταν το ίδιο πρόσωπο.
«Γνωριζόμαστε, λοιπόν, Παιδί-Φάντασμα. Αυτό θα κάνει την κουβέντα μας πιο εύκολη!»
«Φτάνει να ξέρεις, ότι η συμμορία σου εξαρθρώθηκε και βρίσκονται όλοι στα χέρια των Αμερικανών πρακτόρων!» απάντησε επιθετικά ο Γιώργος.
  Τα λόγια του παιδιού εξοργίζουν τον ‘Κόνδορα’.
«Δεν είναι συμμορία! Είναι το ιερατείο του θεού Ήλιου! Και δεν θα είναι για πολύ αιχμάλωτοι!»
  Το ελεύθερο χέρι του πλησιάζει έναν διακόπτη στον τοίχο.
-----------------------------------------------
(*) Διάβασε το τεύχος 96 ‘Στα νύχια του Βούλγαρου’.


 «Πιέζοντας αυτό τον διακόπτη ο κρυφός ναός του Ήλιου θα ανατιναχτεί σε ένα δευτερόλεπτο και κάτω από τα ερείπια του θα θαφτούν όλοι όσοι βρίσκονται αυτή τη στιγμή μέσα σε αυτόν! Έχουμε ορκιστεί όλοι μας ότι δεν θα αφήσουμε να μας πιάσουν αιχμαλώτους οι εχθροί μας. Αυτό έγινε για τελευταία φορά πριν από τετρακόσια χρόνια από τους Ισπανούς κατακτητές της αυτοκρατορίας μας! Της μεγάλης αυτοκρατορίας των Ίνκας. Όσους έπιασαν ή τους έσφαξαν ανελέητα, όπως τον αυτοκράτορά μας τον Αταουάλπα, που χωρίς καμιά υποψία τους εμπιστεύτηκε την τύχη του, ή τους ταπείνωσαν πουλώντας τους σκλάβους. Όσοι σώθηκαν, κρύφτηκαν και χάθηκαν στις απόκρημνες πλαγιές και στις κρυφές χαράδρες των Άνδεων διατηρώντας άσβεστη την ελπίδα πως ο πολιτισμός και η αυτοκρατορία των Ίνκας, των Παιδιών του Ήλιου (*), μια μέρα θα αναστηθεί!»
  Ο Γιώργος τον ακούει αποσβολωμένος, αλλά με την άκρη του ματιού του παρακολουθεί το χέρι του Πράκτορα Κόνδορα να πλησιάζει στον διακόπτη. Αποφασίζει να δράσει αστραπιαία. Κάνει ένα απότομο πλάγιο βήμα για να βγει από την ακτίνα του πιστολιού που τον σημάδευε και προσποιείται ότι εκσφενδονίζει κατά πάνω στον ‘Κόνδορα’ κάτι που υποτίθεται ότι κρατάει στην κλειστή χούφτα του.
  Ο Περουβιανός αιφνιδιάζεται για μια στιγμή, που ωστόσο ήταν αρκετή για το Παιδί-Φάντασμα. Με ένα άλμα σαν αίλουρος πέφτει πάνω του κάνοντάς τον να χάσει την ισορροπία του.
  Παρά το τραύμα του στο χέρι ο ‘Κόνδορας’ δεν είναι εύκολος αντίπαλος. Αντίθετα, το Παιδί-Φάντασμα είναι αυτό που αιφνιδιάζεται από την απίστευτη δύναμη του αντιπάλου του και την εξαιρετική γνώση του στις λαβές, στα χτυπήματα και στις αποκρούσεις της ιαπωνικής πάλης.
  Επιπρόσθετα, χρησιμοποιεί και την τεχνική μιας πάλης, που είναι ολότελα άγνωστη στο Ελληνόπουλο, αν και κάτι είχε ακούσει για αυτήν· ότι την χρησιμοποιούσαν σε αγώνες, αλλά και στις μάχες σώμα με σώμα οι αρχαίοι λαοί των Ίνκας και των Μάγιας.
  Ένα διπλό χτύπημα στο ηλιακό πλέγμα και στην κορυφή της μύτης ταυτόχρονα κάνει το Παιδί-Φάντασμα να χάσει τις αισθήσεις του ακαριαία.
 
Όμηρος στα νύχια του Κόνδορα
  Το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεται το Παιδί-Φάντασμα μόλις συνέρχεται είναι ότι ο βρίσκεται δεμένος σε μια καρέκλα. Η επόμενη σκέψη του τον κάνει να στραφεί έντρομος στον διακόπτη που θα πυροδοτούσε τα εκρηκτικά στην αίθουσα του μυστικού ναού. Ο Πράκτωρ-Κόνδωρ, που στέκεται όρθιος απέναντί του ακολουθεί το βλέμμα του παιδιού.
«Δεν την ανατίναξα, Παιδί-Φάντασμα. Έτσι όπως εξελίχτηκαν τα πράγματα και που είσαι τώρα αιχμάλωτός μου, σκέφτηκα, ότι θα μπορέσω να σε ανταλλάξω με τους συντρόφους μου. Τους είσαι τόσο πολύτιμος, όσο είναι και αυτοί σε μένα. Θα σε πάρω στο μυστικό μου κρησφύγετο και από εκεί θα διαπραγματευτώ την ανταλλαγή.»
«Πάντως, μην περιμένεις από μένα να σου δώσω πληροφορίες.»
  Ο Πράκτωρ-Κόνδωρ τον κοιτά για λίγες στιγμές εξεταστικά. Ύστερα τραβώντας μια καρέκλα κάθεται καβαλητά πάνω της απέναντί του. Η έκφραση στο πρόσωπό του είναι πολύ σοβαρή, αλλά δεν δείχνει καμιά εχθρότητα.
«Δεν σου ζήτησα τέτοιο πράγμα, ούτε πρόκειται να σου ζητήσω. Για ό,τι χρειάζομαι, έχω πληροφορίες πολλές περισσότερες από όσες θα μπορούσες να μου δώσεις εσύ. Από σένα μόνο ένα πράγμα θέλω να κάνεις!»
«Τι;» ρωτάει με επιφύλαξη το Παιδί-Φάντασμα.
«Μόλις σε ελευθερώσω να πάρεις τους φίλους σου και να φύγετε αμέσως από το Περού, χωρίς να εξηγήσεις τους λόγους της αναχώρησής σου!»
«Γιατί; Αυτό δεν μπορώ να το κάνω. Έχω αναλάβει μιαν αποστολή πολεμώντας για την απελευθέρωση της πατρίδας μου»
«Για την απελευθέρωση της πατρίδας σου; Με το να βοηθάς αυτούς που δεν θα επιτρέψουν ποτέ την απελευθέρωση της δικής μου πατρίδας και του δικού μου λαού;»
«Δεν σε καταλαβαίνω, ‘Κόνδορα’!»
«Κοίτα, Παιδί-Φάντασμα… Γνωρίζω τον αγώνα σου για να απελευθερωθεί η πατρίδα σου από την σκλαβιά που την έχουν ρίξει οι Γερμανοί, οι Ιταλοί και οι Βούλγαροι και θαυμάζω τη δράση σου. Αλλά, ίσως δεν ξέρεις εσύ ότι αυτή η χώρα ανήκει στους Ίνκας και όχι στους απογόνους μιας χούφτας Ισπανών τυχοδιωκτών που κάποτε την κατέκτησαν με σπαθί, αίμα και προδοσία για να της κλέψουν το χρυσάφι και το ασήμι, που κρύβει η γη μας στα σπλάγχνα της. Για μια απελευθέρωση λοιπόν, όπως κι εσείς πριν από 120 χρόνια, πολεμάμε και εμείς.  Από μια σκλαβιά που κρατάει τετρακόσια χρόνια… Τόσα δεν είχε κρατήσει και η δικιά σας από τους Τούρκους; Και το πετύχατε, γιατί ποτέ δεν είχατε πάψει να αισθάνεστε Έλληνες και όχι Τούρκοι!...»
«Ξέρεις την ιστορία μας, Κόνδορα;»
«Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο μοιάζει η ιστορία σας με τη δική μας… Οι πόλεμοί σας στην αρχαιότητα για το ιδανικό της ελευθερίας, έχουν τους δικούς μας αντίστοιχους πολέμους. Η πανίσχυρη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, είχε ακριβώς την ίδια δύναμη, έκταση και πλούτο με την Αυτοκρατορία των Ίνκας, αλλά δυστυχώς έχουμε και τα ίδια ελαττώματα. Η αυτοκρατορία μας είχε αποδυναμωθεί λίγο πριν από την κατάκτησή της από εμφύλιο σπαραγμό, κάτι που αρκετά συχνά συναντάται και στη δική σας ιστορία… Και να σου πω και κάτι άλλο, Παιδί-Φάντασμα, που λίγοι το ξέρουν; Ίσως εμείς οι Ίνκας, να είμαστε και λίγο Έλληνες!..»
  Η έκπληξη που αποτυπώθηκε στο πρόσωπο του Γιώργου δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Κόνδορα.
«Σου κάνει εντύπωση; Κι όμως… Είναι κάποιοι επιστήμονες ιστορικοί που μελετώντας την Οδύσσεια έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Οδυσσέας πέρασε στο βασίλειο του Άδη και των Ψυχών από τις σπηλιές στις ακτές μας… Λένε, μάλιστα, πως η πανάρχαια ονομασία της χώρας μας ‘Περού’ είναι παραφθορά αρχαίας ελληνικής λέξης που σημαίνει ‘πέρασμα’…»
« Ομολογώ, ότι με αφήνεις κατάπληκτο, Κόνδορα!»
«Θα περίμενα να ακούσω, ότι κατάλαβες για τι πράγμα ακριβώς πολεμάμε, Παιδί-Φάντασμα!»
«Έχεις δίκιο… Οι φίλοι μου κι εγώ θα κάνουμε αυτό που πρέπει… Δυστυχώς, δεν μπορώ να κάνω και κάτι παραπάνω… Είμαστε ταγμένοι σε ένα σκοπό και θα καταφέρουμε να τον επιτύχουμε μόνο με τη βοήθεια των Συμμάχων, αυτών που εσύ θεωρείς εχθρούς σου, όσο και τις δυνάμεις του Άξονα…»
«Δεν σου ζήτησα να κάνεις τίποτα παραπάνω από το να φύγετε.. Η απελευθέρωση της χώρας μας είναι δική μας υπόθεση…  Δεν θέλω να με υποχρεώσεις να σας κάνω κακό… Είστε πολύτιμοι στον δικό σας αγώνα για την ελευθερία της πατρίδας σας.
«Και αφού δεν θέλεις το κακό το δικό μου και των φίλων μου, γιατί θέλησες να σκοτώσεις τον φίλο μου;»
«Δεν θα τον σκότωνα με την έννοια που εσύ πιστεύεις! Θα τον θυσίαζα στον πατέρα-θεό Ήλιο!. Παραβίασε και μόλυνε τον ιερό του ναό. Έτσι έπρεπε να γίνει σύμφωνα με τους πανάρχαιους νόμους μας! Και όσο για τους Συμμάχους, να τους έχεις εμπιστοσύνη, όσο πολεμάτε πλάι-πλάι… Δεν θα είναι οι ίδιοι μετά τον πόλεμο.. Είναι κάτι που κιόλας συμβαίνει εδώ σε μας…»
«Τι θέλεις να πεις, Κόνδορα;» ρώτησε παραξενεμένο το Ελληνόπουλο.
«Στρατολογηθήκαμε αρχικά με τους Συμμάχους, όταν διαπιστώσαμε ότι ένας πόλεμος που δεν μας αφορούσε ερχόταν στο σπίτι μας εξ αιτίας του ότι οι Γερμανοί και οι Γιαπωνέζοι σχεδίαζαν να φτιάξουν βάσεις τους στην πατρίδα μας. Ύστερα διαπιστώσαμε πως και οι Αμερικάνοι σχεδίαζαν το ίδιο ακριβώς. Δεν στραφήκαμε ακριβώς εναντίον τους. Απλώς καταστρέφουμε ό,τι πάει να γίνει σε βάρος της χώρας μας. Στα υπόλοιπα τους βοηθάμε. Για αυτό ίσως η συμπεριφορά μας τους φαντάζει αλλόκοτη. Επειδή, δεν ξέρουν και δεν καταλαβαίνουν!»
«Γιατί χρησιμοποιείς πληθυντικό, ‘Κόνδορα;’
«Γιατί ο Πράκτωρ-Κόνδωρ δεν είναι ένας. Είναι πολλοί. Για αυτό δεν μπορούν να εξηγήσουν πώς είναι δυνατό να δρα ταυτόχρονα σε πολλά μέρη.»
 «Ποιος είσαι, ‘Κόνδορα;’» ρωτάει ο Γιώργος.

Η επίθεση

  Ο Πράκτωρ-Κόνδωρ κοιτάζει τον Γιώργο για λίγα δευτερόλεπτα αναποφάσιστος, αν θα πρέπει να του αποκαλύψει την ταυτότητά του, ή όχι. Ύστερα σηκώνεται από την καρέκλα και με αργή επίσημη φωνή του λέει κάτι στην ακατάληπτη γλώσσα που είχε χρησιμοποιήσει προηγουμένως ως αρχιερέας. Βλέποντας την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του Ελληνόπουλου του εξηγεί χαμογελώντας.
«Αυτό που είπα, πάει να πει στα Κετσούα, την αρχαία γλώσσα μου: ‘Είμαι ο Άνκο Καπάκ ο τελευταίος απόγονος του Μεγάλου αρχιερέα των Ίνκας, του Τούπακ Αμάρου, που δολοφόνησαν άνανδρα οι Ισπανοί του Πιζάρο το 1572 της δικής σας χρονολογίας.»
  Η έκφραση του δέους που είχε χαραχτεί στο πρόσωπο του Γιώργου ήταν πέρα για πέρα ειλικρινής.
 
  Ο άνθρωπος που στέκεται απέναντί του και τον απειλεί είναι ένας αγνός πατριώτης, ένας ήρωας που μάχεται για την απελευθέρωση του έθνους του, που τα τετρακόσια τόσα χρόνια κατοχής της χώρας του έχουν παγιώσει σ’ ολόκληρο τον κόσμο την αντίληψη ότι ο λαός των Ίνκας αφομοιώθηκε ή χάθηκε χωρίς πια να διεκδικεί την ιστορία του.
  Με δυσκολία το Παιδί-Φάντασμα προσπαθεί να κρύψει τον θαυμασμό του για τον άνθρωπο αυτόν, που ο αγώνας του θυμίζει τον δικό του εναντίον των Γερμανών, των Ιταλών και των Βουλγάρων, για τον άνθρωπο αυτόν που εκεί στην άλλη άκρη της γης ξέρει την ελληνική ιστορία και εμπνέεται από τα παραδείγματά της για τα ιδανικά της Ελευθερίας και της Δικαιοσύνης.
«Κόνδορα, όσο περνάει από το χέρι μου, θέλω να ξέρεις ότι έχεις έναν φίλο και υπέρμαχο του δίκιου σου και του λαού σου στην μακρινή μου πατρίδα…
  Ο Κόνδορας χαμογελώντας τον πλησιάζει κρατώντας ένα κοφτερό μαχαίρι.
«Σε ευχαριστώ, αλλά δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα, Γιώργο Θαλάσση… Αυτό δεν είναι το όνομα σου, αν δεν κάνω λάθος. Δεν πρέπει να σπαταλάς ούτε ικμάδα των δυνάμεών σου για άλλη υπόθεση πέρα από την απελευθέρωση της δική σου πατρίδας… Θα σου κόψω τα σκοινιά.. Δεν μου πάει να σε κρατάω δεμένο… Αλλά, φοβάμαι, ότι θα πρέπει να σε ελευθερώσω μόνο όταν αφεθούν ελεύθεροι και οι δικοί μου άνθρωποι… Λυπάμαι που θα πρέπει να σε χρησιμοποιήσω για αντάλλαγμα.»
  Το χέρι του Κόνδορα με το μαχαίρι μένει μετέωρο πάνω από τον Γιώργο, καθώς αρκετά κοντά έξω από το μυστικό δωμάτιο ακούγονται ποδοβολητά και φωνές. Είναι οι Αμερικανοί πράκτορες, που τον ψάχνουν.
«Θα πρέπει να μείνεις ακόμα για λίγο δεμένος!» του λέει και τρέχει στο μικρό γραφείο που υπάρχει στο βάθος του δωματίου.
  Σε μια μικρή κονσόλα με κουμπιά πατάει πυρετωδώς δυο-τρία από αυτά και σηκώνει ένα μικρόφωνο που βρίσκεται ακουμπισμένο στην άκρη του τραπεζιού. Το πλησιάζει στο στόμα του και με δυνατή επιβλητική φωνή αρχίζει να μιλάει:
«Προσοχή! Προσοχή!... Αμερικάνοι πράκτορες!.. Σας μιλάει ο Άνκο Καπάκ, ο αρχιερέας του ναού του Ήλιου… Κρατάω στα χέρια μου το Παιδί-Φάντασμα κι ένα πιστόλι είναι στραμμένο πάνω του.. Ασφαλώς, δεν θα θέλετε να πεθάνει…Γυρίστε στην μεγάλη αίθουσα και κάποιος να πατήσει το κουμπί στη συσκευή με την οθόνη. Θέλω να σας δείξω πως δεν λέω ψέματα και δεν αστειεύομαι!..»
  Η φωνή του βροντερή αντηχεί στους διαδρόμους του σπιτιού και φτάνει ίσαμε μέσα στο δωμάτιο με τον Γιώργο και τον Κόνδορα. Απ’ έξω ακούγεται δυνατό σούσουρο που σβήνει καθώς οι πράκτορες απομακρύνονται και κατευθύνονται στην μεγάλη αίθουσα υπακούοντας στην διαταγή περισσότερο από περιέργεια, παρά στην απειλή ότι Ελληνόπουλο κινδυνεύει.
  Ο Κόνδορας στοχεύει με μια κάμερα τηλεόρασης τον Γιώργο, αφού πρώτα κάνει κάποιες ρυθμίσεις στα κουμπιά της φοράει τη μεγάλη ιερατική χρυσαφένια μάσκα του που αναπαριστάνει τον ήλιο. Ταυτόχρονα εξηγεί στον Γιώργο.
«Εδώ είναι το άβατο ιερό του ναού και καμιά φορά χρησιμοποιώντας την κάμερα απευθύνομαι από εδώ στους ανθρώπους μου που βρίσκονται στην αίθουσα.»
  Πράγματι, λίγες στιγμές αφότου όλοι οι πράκτορες είχαν συγκεντρωθεί στην αίθουσα, η οθόνη  στην πρωτόγονη τηλεόραση φωτίζεται και στο κάδρο εμφανίζεται ο Γιώργος δεμένος στην καρέκλα. Δίπλα του όρθιος στέκεται ο αρχιερέας των Ίνκας απειλώντας τον με το πιστόλι. Από το μεγάφωνο ακούγεται η φωνή του.
«Όπως βλέπετε, δεν σας λέω ψέματα. Το Παιδί-Φάντασμα είναι αιχμάλωτό μου και θα λυπηθώ πολύ, αν με αναγκάσετε να τον σκοτώσω. Ζητάω να αφήσετε αμέσως ελεύθερους όλους τους ανθρώπους μου που έχετε συλλάβει και μόλις βεβαιωθώ πως έχουν όλοι τους απελευθερωθεί, θα αφήσω κι εγώ ελεύθερο το Παιδί-Φάντασμα… Μην ψάξετε να μας εντοπίσετε… Έχω πολλούς τρόπους διαφυγής παίρνοντάς το μαζί μου, ή αν χρειαστεί θα προλάβω να το σκοτώσω, πριν εσείς σκοτώσετε εμένα… Θα περιμένω δέκα λεπτά να αποφασίσετε ή να ρωτήσετε τους ανωτέρους σας. Όταν είστε έτοιμοι να απαντήσετε, κάποιος να γυρίσει τον διακόπτη στο μικρόφωνο κάτω από την οθόνη και να δώσει την απάντησή σας..»
  Η εικόνα στην οθόνη σβήνει και οι πράκτορες αρχίζουν να σχολιάζουν μεταξύ τους.
  Στο δωμάτιο ο Κόνδορας βγάζει τη μάσκα και πλησιάζει τον Γιώργο χαμογελώντας.
«Τέλος η σκηνοθεσία!» και με μια απότομη κίνηση του κόβει τα σκοινιά.
  Ο Γιώργος ανασηκώνεται τρίβοντας τους καρπούς των χεριών του.
«Κι αν αρνηθούν, Κόνδορα;»
«Τόσο το χειρότερο για σένα!... Όχι, γιατί θα σε υποχρεώσω να με ακολουθήσεις στο μυστικό μου κρησφύγετο στα χαλάσματα της χαμένης πολιτείας του Μάτσου Πίτσου, αλλά γιατί θα πάρεις μια δυσάρεστη γεύση, για το ποιοι είναι οι Σύμμαχοι σου… Σε αυτή την περίπτωση θα σε λογαριάζουν σαν λιγότερο χρήσιμο σε αυτούς, από καμιά πενηνταριά κρατούμενους, όλοι πιστοί μιας θρησκείας και τίποτα περισσότερο. Αφού το μόνο που ξέρουν για αυτούς είναι ότι τους θεωρούν φανατικούς οπαδούς της θρησκείας του Ήλιου, χωρίς άλλες δραστηριότητες και μάλιστα επικίνδυνες για την ασφάλειά τους.»
  Στο μεταξύ στην αίθουσα η Κατερίνα που αγωνιά για τον αγαπημένο της πάει πίσω από την οθόνη και σηκώνει το ηλεκτροφόρο καλώδιο που καταλήγει στο κουτί της τηλεόρασης. Προχωράει λίγο κρατώντας το και διαπιστώνει πως δεν συνδέεται σε κάποια πρίζα, αλλά αφού ανεβαίνει στον τοίχο προχωράει κατά μήκος της γωνίας που σχηματίζει ο τοίχος με το ταβάνι και οδηγεί έξω από την αίθουσα.
  Σιωπηλά κάνει νόημα στον επικεφαλής των πρακτόρων και του δείχνει το καλώδιο. Αυτός πλησιάζει την Κατερίνα, που του εξηγεί για την ανακάλυψή της. Ο αρχιπράκτορας επιστρέφει κοντά στους δικούς του διαλέγει τρεις από αυτούς, που με νόημα τους ζητά να τον ακολουθήσουν.
  Η μικρή ομάδα με την Κατερίνα μπροστά που με τον ηλεκτρικό της φακό σημαδεύει το καλώδιο ακολουθώντας του, προχωράει αθόρυβα στους διαδρόμους του παλιού μεγάρου.
  Οδηγεί στο πάνω πάτωμα, εκεί που έψαχναν προηγουμένως να βρουν το Παιδί-Φάντασμα και τον Αρχιερέα του Ήλιου.
  Το καλώδιο σταματάει πάνω από μια χαμηλή πόρτα και μπαίνει στον τοίχο. Οι πράκτορες δοκιμάζουν με προφυλάξεις να ανοίξουν τις δυο πόρτες δεξιά και αριστερά αυτής που οδηγεί στο δωμάτιο, όπου πιθανώς ο Κόνδορας κρατάει αιχμάλωτο το Παιδί-Φάντασμα. Είναι κλειδωμένες.
Ψιθυριστά και με νοήματα οι πράκτορες αποφασίζουν να δράσουν εισβάλλοντας αστραπιαία στο δωμάτιο. Η φωτισμένη χαραμάδα επιβεβαιώνει με σιγουριά πως κάποιος ή κάποιοι βρίσκονται εκεί μέσα.
  Ο αρχιπράκτορας σημαδεύει με το πιστόλι του την κλειδαριά και αρχίζει να πιέζει τη σκανδάλη…
  Μέσα στο δωμάτιο ο Γιώργος και ο Κόνδορας όρθιοι σε λίγα μέτρα απόσταση απέναντι ο ένας από τον άλλο περιμένουν σιωπηλοί να ακούσουν από το μεγάφωνο την απάντηση των πρακτόρων. όταν ένας εκκωφαντικός θόρυβος από πυροβολισμό ταρακουνάει την πόρτα και πριν προλάβουν να αντιδράσουν αυτή ανοίγει διάπλατα ξεχαρβαλωμένη από τις δυνατές πλάτες του γιγαντόσωμου Αμερικανού πράκτορα, που πέφτοντας κατρακυλάει στο πάτωμα για να μην δώσει στόχο σε κάποιο ίσως όπλο, που θα είχε στραφεί στο μέρος του.
  Πίσω του με το πιστόλι της προτεταμένο εισβάλλει η Κατερίνα αψηφώντας κάθε κίνδυνο προκειμένου να σώσει τη ζωή του αγαπημένου της.
«Γιώργο!» φωνάζει με ανακούφιση  βλέποντας τον αγαπημένο της ζωντανό και η κάνη του πιστολιού της σημαδεύει τον Κόνδορα στο γυμνό στήθος του με το δάχτυλό της να έχει αγκαλιάσει σφιχτά τη σκανδάλη.
«Κατερίνα, μη!» της φωνάζει ο Γιώργος απεγνωσμένα και κινείται αστραπιαία να προστατέψει τον Κόνδορα.
  Μα είναι αργά. Η Κατερίνα έχει πιέσει ήδη τη σκανδάλη και η μικρή βολίδα ξεκινάει το ταξίδι της από τη θαλάμη του γεμιστήρα κουβαλώντας τον θάνατο…
 (Συνέχεια στο επόμενο)

Στο επόμενο τεύχος: «Οι Πειρατές της Τορτούγκα» Στο θρυλικό νησάκι ορμητήριο των πειρατών της Καραϊβικής στον 17ο αιώνα οι θρύλοι των πειρατών ξαναζούν. Εμπορικά πλοία φορτωμένα με πολεμοφόδια για το μέτωπο του Ατλαντικού εξαφανίζονται μυστηριωδώς καθώς και τα πολεμικά συνοδείας τους. Ανακαλύπτονται μερικές μέρες αργότερα σε κάποιον κρυφό και έρημο κόλπο του νησιού λεηλατημένα και με τα πληρώματά τους κλεισμένα στα αμπάρια να μη θυμούνται από ποιους και με ποιο τρόπο αιχμαλωτίστηκαν. Το Παιδί-Φάντασμα και οι φίλοι του αναλαμβάνουν να λύσουν το μυστήριο των πλοίων, που ενώ αποπλέουν με κάθε μυστικότητα σχετικά με το φορτίο τους, μόνον αυτά αιχμαλωτίζονται κατά μυστηριώδη τρόπο.

-----------------------------------------------
(*) ‘Ίνκα’ σημαίνει ‘πατέρας-ήλιος’ στην αρχαία γλώσσα του Περού.

9 σχόλια:

  1. ΠΟΛΥ-ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ! ΕΙΛΙΚΡΙΝΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ.
    ΕΧΕΙΣ ΠΙΑΣΕΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΔΟΥΡΑ, ΦΙΛΤΡΑΡΟΝΤΑΣ ΤΟ ΜΕ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΥΦΟΣ. ΕΚΑΤΣΑ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ, ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑ ΜΟΟΡΟΥΦΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑΧΑΡΗΚΑ. ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ Κ ΤΟ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΕΞΑΛΛΟΥ!
    ΕΙΜΑΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΟΥ ΜΙΛΗΣΑΜΕ ΣΗΜΕΡΑ (ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ ΠΛΑΦΟΥΤΖΗ) ΣΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΦΙΛΟΥ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Dino καλησπέρα,σήμερα δεν έχω το κουράγιο να δια-
    βάσω[πτώμα]αύριο όμως θα το διαβάσω μονορούφι και εγώ όπως ο ΑΝCIENT KNIGHT.
    Προς Ν.Νικολαϊδη: εύχομαι να εχει επιτυχία το βι-
    βλίο σου Νικόλα μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Συγχαρητήρια, Γιώργο. Πολύ όμορφο και σπουδαίο το έργο που μοιράζεσαι μαζί μας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Εξόχως συναρπαστικό, γενικά δε βρίσκω λόγια να περιγράψω τη συγκίνησή μου! Πιστεύω ότι αν ζούσε ο Στέλιος Ανεμοδουράς Γιώργο μου, θα σε θεωρούσε το συγγραφικό alter ego του!!! Φίλε Νικόλα Μωραΐτη, ευχαριστώ πολύ για τις ευχές σου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Dino,
    Είσαι μάστορας φίλε μου. Σπουδαίος!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Εύχομαι ειλικρινά, αυτή η πολύ καλή ιστορία να μη μείνει μέσα στη μνήμη ενός Η/Υ μόνο, μα να δημοσιευτεί έτσι όπως της αρμόζει. Σε χαρτί!
    Συγχαρητηρια Dino....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Φ Α Ν Τ Α Σ Τ Ι Κ Ο !!!!!!!!
    Συμφωνώ με τον Χρήστο,πρέπει να δημοσιευτεί σε
    χαρτί.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Dino αναμένουνε με αγωνία την συνέχεια.
    Πιστεύω πως ίσως να είναι η καλύτερη ιστορία που
    έχω διαβάσει στον Μικρό Ήρωα!!!
    Μπράβο και πάλι...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Πράγματι έγραψες Γιώργο μία φοβερή ιστορία, μπράβο!.
    Γιώργο θεωρώ ειλικρινά ότι είσαι ισάξιος του Στέλιου Ανεμοδουρά. Επιπλέον προσθέτεις νέα στοιχεία ιστορικά και αυξάνεις την ποιότητα απευθυνόμενος πλέον και σε μεγάλες ηλικίες "παιδιών".
    Επίσης βλέπεις το θέμα του Β' Παγκοσμίου πολέμου από Ελληνικής πλευράς και όχι στενά από συμμαχικής. Αυτό είναι πλεονέκτημα και σύγχρονη αντίληψη των ημερών μας στο οποίο συμφωνώ και εγώ.

    Επειδή λοιπόν μου ζήτησες σκληρή κριτική θα πω με ποιό τρόπο θα άλλαζα κάτι στην ιστορία (χωρίς να σημαίνει ότι έτσι είναι καλύτερη, μάλλον θα προκαλούσε μπέρδεμα).
    Τον Κόνδορα θα τον έκανα αντίπαλο των κακών Γερμανών, κακών συμμάχων και κακών περουβιανών. Ο αρχιερέας θα ανήκε στους κακούς περουβιανούς που σε συμμαχία με τους αποκρυφιστές γερμανούς και αποκρυφιστές αγγλοαμερικάνους θα θέλαν το κακό της ανθρωπότητας.

    Πάντως μας άφησες με την αγωνία του τι θα συμβεί.
    Με κομμένη την ανάσα περιμένουμε την συνταρακτική συνέχεια..

    Νίκος

    ΑπάντησηΔιαγραφή