Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΕΠΟΠΟΙΙΑ ΤΟΥ FAR WEST


Το κείμενο που ακολουθεί είναι άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΚΑΙ» (τεύχος 19 του 1991). Συνεπώς η αναφορά καλύπτει τη φιλμογραφία του είδους ίσαμε εκείνη την εποχή. Αρκετές δεκάδες ταινίες γυρίστηκαν στα επόμενα 20 χρόνια ίσαμε σήμερα, μερικές από τις οποίες ανασκευάζουν τον μύθο και συνηγορούν στο ότι η Δύση μάλλον καταπατήθηκε, παρά κατακτήθηκε. Από τις υπόλοιπες, οι περισσότερες κινούνται στα μοτίβα του κλασικού γουέστερν, χωρίς ωστόσο το χολιγουντιανό λούστρο των αντιστοίχων ταινιών της εικοσαετίας 1940-1960.
Η γουέστερν κινηματογραφική φιλολογία είναι συναρπαστική και δεν εξαντλείται στις παρακάτω γραμμές. Απλώς επιχειρείται μια κριτική αποτίμηση για το μοίρασμα των ρόλων. Καλοί λευκοί, κακοί ινδιάνοι. Τυποποιημένα πράγματα, σαν να ήταν ο κανόνας.
Το μεγαλύτερο μέρος του οπτικού υλικού είναι από το άρθρο και με το ‘‘κασέ’’ που είχε παρουσιαστεί στις σελίδες του περιοδικού.



Από τον Τζων Γουαίην στον Ράντολφ Σκοτ και ευκαιριακά από τον Πωλ Νιούμαν, τον Ροκ Χάτσον στον Ρόμπερτ Ταήλορ, πολλοί από τους μεγάλους σταρ του Χόλλυγουντ, κυρίως σε ρόλους χλωμών προσώπων, συνέβαλαν για την κινηματογραφική κατάκτηση της Δύσης και παραπέρα στην καθιέρωση των γουέστερν ταινιών ως του πλέον δημοφιλούς κινηματογραφικού είδους της αμερικανικής φιλμικής παραγωγής. Όμως, αυτή η παραγωγή ελάχιστα συνέβαλε στην τοποθέτηση της εποποιίας στα πραγματικά ιστορικά της πλαίσια.

Η κατάκτηση της (αμερικανικής) Δύσης είναι ο κυριότερος άξονας της αμερικανικής ιστορίας. Είναι και ένας από τους κυριότερους θεματικούς άξονες της χολιγουντιανής εποποιίας. Αυτή που θιασώτες του είδους ή όχι αποκαλούν «φιλμ γουέστερν». Πολλοί από τους κινηματογραφικούς σταρ έγιναν γνωστοί συμβάλλοντας με τον ‘‘ηρωισμό’’ τους και με τα άσφαιρα εξάσφαιρά τους στο να κατακτηθεί και κινηματογραφικά η Άγρια και Μακρινή Δύση (Far and Wild West), αφού προηγουμένως αυτή είχε καταπατηθεί από άλλους περισσότερο τολμηρούς και σκληροτράχηλους πιονέρους.
Το Χόλλυγουντ απλώς ανέλαβε τον ρόλο να εξωραΐσει την ιστορία παρέχοντας τα απαραίτητα άλλοθι.
Στα κινηματογραφικά πλατό η Ιστορία ξαναγράφτηκε. Έτσι κι αλλιώς από καταβολής κόσμου την Ιστορία την γράφουν οι νικητές. 

Από την Ιστορία στην Υστερία
Για το Χόλλυγουντ το όφελος υπήρξε πολλαπλό.
Αν εκείνοι οι πρώτοι έποικοι με τον πυρετό του χρυσού που τους είχε κυριεύσει έψαχναν για το μυθικό Ελ Ντοράντο στις πλαγιές της Σιέρα Μάντρε, μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα πιο πέρα και μερικές δεκάδες χρόνια αργότερα στης ακτές της Καλιφόρνιας το Χόλλυγουντ ανακάλυπτε το πραγματικό Ελ Ντοράντο. Το χρυσοφόρο κοίτασμα λεγόταν «φιλμ γουέστερν».
Χιλιόμετρα από σελιλόιντ απέφεραν στους παραγωγούς ποσά σε δολάρια ευθέως και πολλαπλασίως ανάλογα του κόστους παραγωγής. Η βιομηχανία του star system είχε άφθονο έμψυχο υλικό για να επενδύσει, ενώ παράλληλα αναγνωριζόταν στο Χόλλυγουντ η συμβολή του στη διάσωση και διάδοση των εθνικών αμερικανικών προτύπων και αξιών ανά τον κόσμο σε μια εποχή όπου ο άλλος τρόπος για να καταδείξουν και να επιβάλλουν οι ΗΠΑ την υπεροχή τους παγκοσμίως ήταν μέσω της φοβερής πολεμικής τους μηχανής.
Ίσως να μην ήταν και τόσο τυχαίο ότι η χρυσή τριακονταετία των γουέστερν (1930-1960) συμπίπτει χρονικά και με την εκστρατεία των ΗΠΑ να αναλάβουν τον ρόλο της ηγέτιδας και προστάτιδας δύναμης του Δυτικού Κόσμου. Τώρα, αν ‘‘Δυτικός’’ και ‘‘Γουέστερν’’ είναι ακριβώς η ίδια λέξη, αυτό οφείλεται σε απλή σύμπτωση και μόνο. Θα μπορούσαν να γίνουν και άλλοι συνειρμοί στο ιδεολογο-πολιτικό πεδίο της εποχής, όπου οι οι αναφορές στο πασαλειμμένο με κόκκινες μπογιές δέρμα των ‘‘αγρίων’’ ερυθροδέρμων’’, ή στο πάθος τους για το ‘‘νερό που καίει’’, θα μπορούσαν να εκτιμηθούν ως αλληγορικές αλλά ας θεωρήσουμε ότι κάτι τέτοιο ακούγεται μάλλον σαν πολύ ακραίο. Ας μείνουμε, λοιπόν σε ο τι αφορά αποκλειστικά στους Ερυθόδερμους Ινδιάνους (Ϊνδιάνους" είχε ονοματίσει τους ιθαγενείς της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής ο Κολόμβος, νομίζοντας ότι επρόκειντο για Ινδούς κι έκτοτε συλλήβδην όλοι οι αυτόχθονες της αμερικανικής ηπείρου λέγονται Ινδιάνοι).
Αυτοί, λοιπόν οι "ινδιάνοι" ήταν απολίτιστοι (!), επειδή ξέθαβαν με το παραμικρό τα τομαχόκ του πολέμου, επειδή σπάνια έβρισκαν τον κατάλληλο καπνό για να γεμίσουν την πίπα της ειρήνης, επειδή η μοναδική τους ενασχόληση ήταν να κάνουν συλλογές με τα σκαλπ των αθώων χλωμών προσώπων και επειδή κάτω από τέτοιες συνθήκες το να δουλεύεις στην «Γουέλς εντ Φάργκο» καθώς και στους Δυτικούς Σιδηροδρόμους ήταν ένα επάγγελμα άκρως επικίνδυνο με τόσους κοκκινόπετσους ολόγυρα. Κάτι έπρεπε να γίνει. Αυτό το κάτι, αργότερα το είπαν "εθνοκάθαρση", αλλά ως πρακτική, οι Αμερικανοί προτίμησαν για τις δικές τους μεθοδεύσεις κάτι πιο political correct: "ενσωμάτωση","αφομοίωση" ή κάτι τέτοιο.
Όμως, μετά τον Μπιλ Χίκοκ, τον στρατηγό Κάστερ και τον Μπούφαλο Μπιλ, οι ήρωες υπερασπιστές του Φαρ Γουέστ δεν περίσσευαν για να αναλάβουν αυτοί το βάρος της επικής παράδοσης. Προτιμούσαν τα σαλούν, όπου το κέρδος από τη χαρτοπαιξία, έστω και χωρίς τη φήμη του ήρωα, ήταν πιο σίγουρο.
Η εποποιία της Δύσης κινδύνευε να παραδοθεί στις επόμενες γενιές  μόνο από τις μπαλάντες με το γλυκανάλατο περιεχόμενο, ενώ το είδος προσφερόταν για υπερθέαμα ανάλογο του έπους.
Την ιστορία ανέλαβαν εργολαβικά να την ξαναγράψουν από την αρχή οι κινηματογραφικές εταιρείες του Χόλλυγουντ. Μόνο στις ταινίες του Τζων Φορντ και του Ραούλ Γουόλς, λέγεται, ότι έπεσαν τόσα ινδιάνικα κορμιά, όσα δεν αριθμούσε ο συνολικός πληθυσμός των αυτοχθόνων στον ένα περίπου αιώνα που διάρκεσε η εποποιία για την κατάκτηση της Άγριας Δύσης. Πέσανε και αρκετά κορμιά λευκών, κυρίως από τον άμαχο πληθυσμό. Ίσως να έπεφταν περισσότερα, αν το ατσαλάκωτο ιππικό δεν έφτανε πάντα στην ώρα του για επιβάλλει τον νόμο και την τάξη.
Happy End για τους καλούς λευκούς αποίκους και εποίκους των απέραντων λιβαδιών. Τέλος κακό (όλα καλά) για τους Ινδιάνους που δεν εννοούσαν να συμμορφωθούν και να εκπολιτιστούν.
Να και ένα κλασικά επικό δείγμα των κατά Χόλλυγουντ συγκρούσεων του U.S. Cavalry και των ινδιάνων με την κατάλληλα υποβλητική μουσική του Max Steiner.


‘‘Χλωμά πρόσωπα’’ με κόκκινο δέρμα
Επειδή το αυθεντικό ινδιάνικο και ιθαγενές στοιχείο -όσο από αυτό απέμεινε, δηλαδή- δεν είχε και πολλή διάθεση να συμβάλει στην παραποίηση της ιστορίας για το πώς και γιατί εκδιώχθηκαν από τους κυνηγότοπούς τους, οι κινηματογραφικοί παραγωγοί έντυσαν με φτερά και έβαψαν με τα χρώματα του πολέμου λευκούς που δεν είχαν και πολλούς ενδοιασμούς για καταστροφή της καλλιτεχνικής τους καριέρας με το να υποδυθούν τους Ινδιάνους.
Σιού, Τσερόκι,Απάτσι, Ναβάχος, Ιρακουά και άλλοι ινδιάνοι ιμιτασιόν κατέκλυσαν τα στούντιο και έδωσαν την πρώτη ύλη στο ξαναζωντανέψει η εποποιία των λευκών αποίκων.
Για τις προθέσεις αρκετών ‘‘χλωμών προσώπων’’, που υποδύθηκαν ινδιάνους, δεν μπορεί να πει κανένας ότι ήταν κακές στο όσο αφορούσε το ινδιάνικο στοιχείο. Ήταν απλώς ο ρατσισμός -κυρίαρχο στοιχείο της εποχής- που όριζε τα πλαίσια συμπεριφοράς των ‘‘ανώτερων’’ λευκών απέναντι στους κοκκινόπετσους, αλλά και στους μαύρους σε άλλο κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο.
Ομολογουμένως, και από τη σκληρή δεκαετία του ’40, ακόμα, υπήρξαν εκείνα τα σενάρια κι εκείνοι οι σκηνοθέτες, που προσπαθώντας να σπάσουν τα ρατσιστικά και εθνικιστικά φράγματα, εκτιμούσαν ότι έπρεπε να δώσουν και ρόλους καλών σε Ινδιάνους. Τότε, γνωστοί και διάσημοι ηθοποιοί δεν αρνιόντουσαν να πάρουν αυτούς τους ρόλους, με κάποιο ρίσκο βέβαια για την επένδυση της καριέρας τους. Ιστορικά, δικαιώθηκαν.

Υπήρχε, όμως, ένα τεχνικό πρόβλημα στις περισσότερες περιπτώσεις. Αυτό της μεταμόρφωσής τους. Και το καλύτερο μακιγιάζ δε θα έπειθε. Πώς θα έκρυβαν, λόγου χάρη, τα γαλάζια μάτια του Πωλ Νιούμαν, τα ξανθά μαλλιά του Τσάρλτον Ήστον, την άρεια κατατομή του Ρίτσαρντ Χάρρις; Το πρόβλημα αναλάμβαναν να το λύσουν οι σεναριογράφοι με παραλλαγές πάνω στην ίδια συνταγή. Απαγωγές, υιοθεσίες, λευκών βρεφών, που αργότερα γίνονταν γνήσιοι ινδιάνοι, αλλά με ψυχή λευκού.. Κάτι σαν Ταρζάν σε άλλες ζούγκλες.

Ποτέ όμως ένας Τζων Γουαίην, ένας Γκάρυ Κούπερ, ένας Έρρολ Φλυνν, ένας Ράντολφ Σκοτ, ένας Άλλαν Λαντ δεν έπαιξαν ρόλο από το αντίπαλο στρατόπεδο. Αυτοί ήταν η μετενσάρκωση και η μετεμψύχωση των ηρώων της Δύσης στη συνείδηση του κινηματογραφόφιλου κοινού. Αυτοί ήταν ταγμένοι να συντηρούν τον μύθο. Το είχαν πιστέψει, άλλωστε, και οι ίδιοι. Άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο.

Όσο για τους δεύτερους ρόλους ινδιάνων, οι παραγωγοί καλούσαν ηθοποιούς λιγότερο γνωστούς και στην αρχή της καριέρας τους. Το προσόν τους ήταν πως τα χαρακτηριστικά τους είχαν μια δόση αυθεντικότητας, χωρίς πολλά  μακιγιάζ. Άλλωστε, δευτερεύοντες ήταν οι ρόλοι τους.. Ο Μεξικανός Αντόνιο Ρούντολφ Οαξάκα κι ο λιθουανικής καταγωγής Κάρλους Μπουντίνσκι ήταν δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα, που ξεκίνησαν την καριέρα τους ως ινδιάνοι για να γίνουν αργότερα πασίγνωστοι ως Άντονυ Κουήν και Τσαρλς Μπρόνσον αντίστοιχα. Ινδιάνοι υπήρξαν στο πανί της οθόνης ακόμα ο σλαβικής καταγωγής Τζακ Πάλλανς, η Ντολόρες ντελ Ρίο, η Βιρτζίναι Μάγυο, η μεξικάνα Ράκελ Γουέλτς (ινδιανάρα, αυτή!), ο Ντάστιν Χόφμαν, ακόμα και ο… Πρίσλεϋ!

Από το άλλοθι στην αποενοχοποίηση
Και ενώ οι Ινδιάνοι κινδύνευαν να αφανιστούν ως εθνική μειονότητα -στην πραγματικότητα, φυσικά- η Αμερική αφυπνίζεται. Ο Κινηματογράφος αφήνει κατά μέρος το άλλοθι της επικής επιχειρηματολογίας. Το νόμισμα αλλάζει όψη, ή τουλάχιστον αρχίζει σιγά-σιγά να αλλάζει όψη. Η καινούργια καραμέλα στο κινηματογραφικό είδος του γουέστερν έχει τη γεύση της αποενοχοποίησης πρώτα-πρώτα της δικής του ιστορίας και συμβολής του στην υπόθεση του αφανισμού των ινδιάνων. Είναι εκεί γύρω στο 1960 και μετά, όπου αρχίζει η παρακμή των ατσαλάκωτων ηρώων στυλ Τζων Γουαίην.
 Ο Μάρλον Μπράντο αναλαμβάνει εκστρατεία διάσωσης του ινδιάνικου στοιχείου και πολιτισμού. Ο Τζων Φορντ συνεχίζει να γυρίζει ταινίες με θέμα γουέστερν με διαφορετική όμως οπτική γωνία. Η θεματική του στρέφεται στον προβληματισμό για το ο, τι συνέβη στις πεδιάδες της Μακρινής Δύσης. Οι άσκοπες ‘‘πολύνεκρες’’ μάχες των πλατό περιορίζονται και απλώς υπάρχουν πού και πού για να θυμίζουν το είδος.Στην ταινία «Όμπρε» του Μάρτιν Ριτ με τον Πωλ Νιούμαν, ένας λευκός που μεγάλωσε ανάμεσα στους Απάτσι, αγωνίζεται μέχρι τέλους για να αποδείξει την ανωτερότητα της κουλτούρας των Ινδιάνων. Στην ταινία «Ο Δραπέτης» του Άμπρααμ Πολόνσκι με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ γίνεται ένα σκληρό σχόλιο για τον ρατσισμό των λευκών αποίκων. Ο Ντάστιν Χόφμαν στην ταινία «Το Μικρό Μεγάλο Ανθρωπάκι» είναι ένας λευκός που μεγαλώνει ανάμεσα σε ινδιάνους. Στην ταινία «Ο άνθρωπος που τον έλεγαν Άλογο» ο Ρίτσαρντ Χάρρις είναι ο λευκός που συλλαμβάνεται από τους Σιού, αλλά που αργότερα θα γίνει δικός τους και ομότιμο μέλος της φυλής τους.
Και το θέμα πάει ακόμα πιο μακριά. Οι γουέστερν με Ινδιάνους και Καουμπόυδες ταινίες γίνονται βήμα αλληγορικής καταγγελίας άλλων πεδίων της πολιτικής της λευκής αμερικάνικης ηγεσίας. Για παράδειγμα στην ταινία «Στρατιώτης Μπλου» καταγγέλλονται οι ωμότητες στο Βιετνάμ μέσα από τη σφαγή των ινδιάνων στο φινάλε της ταινίας.
Η μυθολογία του γουέστερν απομυθοποιείται καταλυτικά στην ταινία «Ο Μπούφαλλο Μπιλ και οι Ινδιάνοι».
Ο πόλεμος στο Βιετνάμ έχει δημιουργήσει πολλές ενοχές στην αντίπερα ακτή του Ατλαντικού. Πήγαινε πολύ να συντηρούν ακόμα, έστω και κινηματογραφικά, την καταπάτηση της δικής τους Δύσης. Θα ήταν σαν δικαιολογούσαν την εμπλοκή τους στην Μακρινή Ανατολή της Ασίας.
Η διαδικασία της αποενοχοποίησης είχε αρχίσει. Ολοκληρώθηκε (;) με το πρόσφατο «Χορεύοντας με τους Λύκους» (υπενθυμίζεται ότι κείμενο έχει γραφτεί τον Μάιο του 1991). Πέντε δεκαετίες πλαστής ιστορίας με καλούς λευκούς και κακούς ινδιάνους, πήρε τέλος. Στους «Λύκους» οι λευκοί έχουν ρόλο λευκών. Ήθη και λόγο λευκών. Οι ινδιάνοι είναι πραγματικοί ινδιάνοι Σιού, που μιλάνε την αυθεντική τους γλώσσα και ζουν με τον παραδοσιακό τρόπο ζωής τους.
Και αυτή τη φορά, πέρα από κάθε σεναριογραφική έμπνευση, οι ινδιάνοι υιοθέτησαν πραγματικά τον σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή της ταινίας, τον Κέβιν Κόστνερ για τη συμβολή του στην αποτύπωση της πραγματικής διάστασης της ιστορίας.
Όλοι έμεινα ευχαριστημένοι. Και οι λευκοί και οι ινδιάνοι. Και το επικό γουέστερν. Και η αποενοχοποίηση πάω από όλα. Για αυτό η ταινία πήρε και επτά Όσκαρ, για να ευχαριστηθούν όλοι αποενοχοποίηση!
Στο χιλιοπατημένο μονοπάτι του πολέμου φύτρωσε το χορτάρι της ειρήνης. Οι σκιές μακραίνουν γαλήνια το δειλινό. Οι ινδιάνοι δεν ζουν πια εδώ. Ζουν στα γκέτο και δουλεύουν με το μεροκάματο ως ατραξιόν στα ροντέο των λευκών.

Γιώργος Βλάχος














Υ.Γ. Παρ’ όλα αυτά, ο υπογράφων δηλώνει φανατικός λάτρης του κλασικού γουέστερν με τους κακούς ινδιάνους και τους καλούς καουμπόυδες, ανεξάρτητα με ποιανού το μέρος είναι.



7 σχόλια:

  1. "Οι Ινδιάνοι... εκδικούνται", θα ήταν ένας άλλος τίτλος που θα ταίριαζε στο άρθρο... Έτσι έχουν τα πράγματα! Η Ιστορία της Άγριας Δύσης έχει πάρα πολλά "βρώμικα" σημεία, που ακόμα και οι πρωταθλητές της προπαγάνδας Αμερικανοί, δεν έχουν καταφέρει να τα αποκρύψουν...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σωστός στο σχόλιο του ο Adamjim ως ο πλέον ειδήμων σε θέματα Far West και περιχώρων.
    Δεν νομίζω, ωστόσο Πάνο, ότι θα ταίριαζε ως εναλλακτικός τίτλος "Οι Ινδιάνοι εκδικούνται". Δεν προκύπτει καμιά εκδίκηση από το κείμενο. Πάντως, ως τίτλος είναι πιασάρικος για μια σχετική νουβέλα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ακρως ενδιαφέρον άρθρο του οποίου την ύπαρξη δε γνώριζα. Συνοπτικό μα καλογραμμένο. Καλή επιλογή Γιώργο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Far west ταινίες: πολλές είδα κατά καιρούς, αλλά μου έλειπε ο ενθουσιασμός που συνήθως είχαν τα αγόρια της παρέας μου.΄Οχι δεν μου άρεσαν.
    Όμως βρήκα καταπληκτικό το κείμενό σου Γιώργο και με κάλυψε σ’ όλα. Πράγματι οι αυτοκρατορίες, ο ατομικισμός τους, η υπεροπλία τους, δεν άφηναν καν δεν αφήνουν κανένα δικαίωμα σε μικρούς λαούς με τον υπέροχο πολιτισμό τους να υπάρξουν. αλλά με πολέμους, δηώσεις και καταστροφές προξενούν δυστυχία, παρακμή, αφανισμό και λήθη.
    Ψηλά λοιπόν το κεφάλι και σε εγρήγορση γιατί όπως λεει ο ποιητής: καλλίτερα να προλαβαίνεις την εξαθλίωση παρά να προσπαθείς να απαλλαγείς απ’ αυτήν. (αυτό για την Ελλαδίτσα μας). ξέρεις νιώθω έντονα το ρατσιστικό μένος στο πετσί μου / μας τον τελευταίο καιρό απ’ αυτούς τους δυνατούς και άριους της ευρωπαϊκής μας οικογένειας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Εγώ πάντως είμαι με τους Ινδιάνους!
    Πολύ ωραία παρουσίαση Γεώεγιε!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Είναι όντως εξαιρετικά ενδιαφέρον το άρθρο και αρκετά δίκαιο με την αναφορά στους ινδιάνους. Προσωπικά δεν χορταίνω να βλέπω Γουεστερν. Παρόλο που αρχικά ο Τζον Φορντ αντιμετώπισε τους ινδιάνους ρατσιστικά, πρέπει να πούμε ότι ήταν μεγάλος μάστορας και έκανε τρομερές ταινίες στο είδος, αποκαθιστώντας στην πορεία το αρχικό του λάθος. Δεν είναι τυχαίο ότι η ταινία του The Searchers έχει ψηφιστεί πολλές φορές ως κορυφαία ταινία του είδους. Η αλήθεια είναι ότι κι εγώ πλησιάζω αρκετά να τη θεωρήσω την πιο αγαπημένη μου, παρόλο που μου αρέσουν ιδιαίτερα και οι ταινίες του Χαουαρντ Χωκς και του Σαμ Πεκινπα μεταξύ άλλων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ειδα το καλοκαίρι πολλά γουεστερν που δεν ειχα δει κι έκλεισα κάποιες τρύπες στη φιλμογραφία του Τζον Γουειν (Angel & the Badman 1947 - The Undefeated 1969) καθώς και ξαναείδα κάποια απο τα κλασσικά που δεν θυμώμουν τόσο καλά (Ριο Μπραβο).
    Για όποιους δεν θυμούνται αυτη την ταινία, θέλω να πώ, πως η Angie Dickinson είναι η πιο όμορφη γυναίκα που έχω δεί σε ταινία του είδους.

    Ενα άλλο φιλμ που δεν είχα δεί και μου άρεσε ιδιαίτερα και το προτείνω ανεπιφύλακτα σε όλους είναι το The Professionals 1966 του Ριτσαρντ Μπρουκς με Μπαρτ Λάνγκαστερ, Λη Μαρβιν,Ρομπερτ Ραιαν, Τζακ Παλανς και Κλαουντια Καρντινάλε (θεά κι αυτή εδώ).

    Για περισσότερες πληρ. δείτε εδώ :
    http://www.imdb.com/title/tt0060862/

    ΑπάντησηΔιαγραφή