Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

"Αστέρια" στον θόλο του "Αττικόν"

Πριν από λίγες μέρες εμπρηστές με νοοτροπία βανδαλικών ορδών, επωφελούμενοι  της παλλαϊκής διαδήλωσης, αποπειράθηκαν να κάψουν ολοσχερώς κι ολότελα αναίτια ένα από τα λίγα στολίδια πολιτισμού που έχουν απομείνει να κοσμούν την Αθήνα. Τον κινηματογράφο “Αττικόν” στην οδό Σταδίου.
Ευτυχώς δεν τα κατάφεραν και διπλά ευτυχώς, που δεν υπήρξε ούτε απώλεια ανθρώπινης ζωής από το καταστροφικό τους μένος.
Οι ζημιές θα αποκατασταθούν κι ο κινηματογράφος θα ξαναλειτουργήσει γιατί τούτο επιβάλλεται από πολιτιστική επιταγή.

Το “Αττικόν” δεν είναι μόνο ο πολυτελέστερος κινηματογράφος στην Αθήνα -ο απόλυτος ορισμός του αριστοκρατικού σινεμά- με την ανακτορική πολυτέλεια των χώρων του. Είναι και ο παλαιότερος εν λειτουργία κινηματογράφος της Αθήνας και μετράει σαν κτίσμα σχεδόν έναν αιώνα ζωής. Πριν από το “Αττικόν” είχαν προϋπάρξει κι άλλες κινηματογραφικές αίθουσες, όλες μέσα στην περίμετρο του κέντρου της πόλης, που λέμε σήμερα “ιστορικό κέντρο”.

Η μπουλντόζα της ανοικοδόμησης, όμως, λες και τα μοντέρνα κτίρια κάνουν μια πόλη σύγχρονη, είχε φροντίσει με ανελέητες επιδρομές στις καταστροφικές δεκαετίες του ’60 και του ’70 να τις ισοπεδώσει, προκειμένου να σηκωθούν στη θέση τους κτίσματα που ελάχιστα συνέβαλαν στην αρχιτεκτονική προσωπικότητα της Αθήνας.
Το κτιριακό συγκρότημα μέσα στο οποίο βρίσκεται  το “Αττικόν” πρόλαβε να χαρακτηριστεί διατηρητέο και να διασωθεί.

ΕΡΓΟ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ
Μεταξύ 1870-1881 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Έρεστ Τσίλλερ  αναγέρθηκε σε οικόπεδο στη γωνία Σταδίου και Αγίου Γεωργίου (σήμερα Χρήστου Λαδά) για λογαριασμό του Χιώτη τραπεζίτη Σταματίου Δεκόζη-Βούρου κτιριακό συγκρότημα εκλεκτικιστικού ρυθμού.  Κατά το 1900, σύμφωνα με το Αρχείο της Εφορίας Νεοτέρων Μνημείων, στεγάζονταν εκεί το φαρμακείο του Σ. Βαλτή (αναφέρεται ήδη από το 1891), το κουρείο του Λ. Μουσίου και το εμπορικό κατάστημα «ειδών Κίνας» του Π. Γεωργιάδη, ενώ για ένα διάστημα έως το 1914, φιλοξενήθηκε το νεοπαγές Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας.
Μέσα στην ίδια χρονιά, το 1914, αποφασίστηκε από την ιδιοκτησία του κτιριακού συγκροτήματος μια κτιριακή προσθήκη στον αθέατο πίσω ακάλυπτο χώρο του κτίσματος, αλλά με είσοδο στην όψη του συγκροτήματος. Η κτιριακή αυτή προσθήκη έμελλε να καλύψει ένα σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία των κινηματογραφικών αιθουσών της Αθήνας, αλλά και ολόκληρης της Ελλάδας γενικότερα.
Το πρόσθετο κτίσμα φέρει αρχικά την υπογραφή του μηχανικού Δ. Χέλμη, που έκανε τη στατική μελέτη, ενώ η ολοκλήρωση του έργου υπογράφεται από τον μεγάλο Έλληνα αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Αλέξανδρο Νικολούδη.
Ο Νικολούδης ασχολήθηκε κυρίως με την εσωτερική διαρρύθμιση και διακόσμηση του κτίσματος, που έμελλε να λειτουργήσει σαν θέατρο. Του έδωσε ρυθμό νεομπαρόκ, που ήταν της μόδας στην δυτικοευρωπαϊκή αρχιτεκτονική και το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία του κινηματοθέατρου “Αττικόν”, ενός από τους πιο όμορφους και πιο αριστοκρατικούς κινηματογράφους στην Ευρώπη του μεσοπολέμου.

Στους χώρους υποδοχής και στην αίθουσα του συγκεντρωνόταν η ελίτ της αθηναϊκής κοινωνίας κάθε φορά που δινόταν στον κινηματογράφο κάποια επίσημη πρεμιέρα. Και δεν ήταν λίγες τέτοιες πρεμιέρες όπου στρωνόταν το κόκκινο χαλί για τους προσκεκλημένους. Κάποιες από αυτές τις κοσμικές πρεμιέρες ήταν και παγκόσμιες!
Η παρουσία του βασι-
λιά και του διαδόχου
σε κάποια πρεμιέρα
ήταν μιας πρώτης τά-
ξεως διαφήμιση για
το κύρος του κινημα-
τογράφου.
«…Διαθέτει αίθουσαν κομψήν και θερμασμένην με καλοριφέρ,. Δικαίως δε, χαρακτηρίζεται ως κέντρον του άνθους της αθηναϊκής κοινωνίας, του διπλωματικού σώματος, της Αυλής, κέντρον του καλλιτεχνικού κόσμου…» (“Χρόνος” 10 Μαΐου 1912, αλλά είναι φανερό, λόγω χρονολογίας, ότι το ρεπορτάζ δεν αναφερόταν στο γνωστό μας “Αττικόν”, αλλά περί αυτού γράφουμε λίγο πιο κάτω).
Αρχικά, από το 1916 λειτούργησε σαν θέατρο και από το 1918 μετατράπηκε σε κινηματογραφική αίθουσα, αν και αρκετές φορές στα επόμενα χρόνια ανέβηκαν στη σκηνή του και μουσικές παραστάσεις.

Η ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ
Στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του το “Αττικόν” είχε 750 θέσεις στην πλατεία, 200 στα πλευρικά θεωρεία της πλατείας, άλλες 200 στα υπερυψωμένα και 200 στον εξώστη. Σήμερα διαθέτει συνολικά 800 θέσεις.
Επισημαίνει ο Ιάσων Τριανταφυλλίδης: «Το “Αττικόν” ήταν πάντα ο μεγάλος αθηναϊκός κινηματογράφος. Η ίδια του η κατασκευή σε προδιαθέτει για αυτό. Μεγάλες πρεμιέρες και κινηματογραφικά γεγονότα γράφτηκαν στην αίθουσά του. Το 1961, έξω από το “Αττικόν” ένα άγημα Ναυτικού περίμενε την Αλίκη Βουγιουκλάκη στην πρεμιέρα της ταινίας “Η Αλίκη στο Ναυτικό”, ενώ ο κόσμος γύρω παραληρούσε…» (“Στο τέλος μιλάει το πανί”, Εκδόσεις ΑΜΜΟΣ, 1997). Στο σημείο αυτό, ας επιτραπεί στον “Dino”, μ’ όλο που δεν δηλώνει ιστορικός του ελληνικού κινηματογράφου, να ισχυριστεί (για πολλούς λόγους που συνηγορούν στον ισχυρισμό του) ότι είναι δύσκολο έως απίθανο η πρεμιέρα της ταινίας αυτής να δόθηκε στο “Αττικόν” και μάλιστα με τις παράτες ενός ναυτικού αγήματος. Φυσικά σαν “φιλομαθής”, που λέει πως είναι, θα επιθυμούσε σφόδρα να μάθει αν έχει λάθος πληροφόρηση. Ήταν τόσο μικρός τότε, για να έχει ιδίαν άποψη του γεγονότος!
Μια μικρή ιστορική παρένθεση, άγνωστη ίσως στους περισσότερους: Το “Αττικόν” προϋπήρχε της δημιουργίας του!
Απέναντι, από τον σημερινό κινηματογράφο, στον αριθμό 26 (αναφέρεται και ως 20 ή 18) της οδού Σταδίου υπήρχε ένας άλλος μικρός κινηματογράφος-κομψοτέχνημα όπου σύχναζε η υψηλή κοινωνία της Αθήνας με την ονομασία “Αττικόν”, που λειτούργησε από το 1911 έως το 1918, οπόταν μεταφέρθηκε στην απέναντι πλευρά του δρόμου, δηλαδή στη σημερινή του θέση, Σταδίου 19. Επρόκειτο για ένα καλοκαιρινό θέατρο, το θέατρο “Τσόχα” που είχε αναγερθεί το 1893 και το 1911, ενώ είχε απομείνει ερείπιο αγοράστηκε από ομάδα επιχειρηματιών που το ανακαίνισε και το λειτούργησε ως θερινό μεν, αλλά με δυνατότητα να στεγάζεται τον χειμώνα και ως εκ τούτου να θεωρείται αίθουσα. Την πληροφορία την αντλήσαμε από την πολύ κατατοπιστική και λεπτομερή μελέτη του Χαρίλαου Πατέρα “Οι κινηματογράφοι της Αθήνας  1896-2006” έκδοση του περιοδικού “Συλλογές” (2006).

Η προβολή της ταινίας "Ουδέν
νεότερον από το Δυτικό Μέτω-
πο" (1930) υπήρξε αιτία ταραχών
από ακροδεξιά στοιχεία.

Ήταν ακόμα η εποχή του βωβού κινηματογράφου και από το πανί της οθόνης του παρέλασαν όλες οι μεγάλες ντίβες του παγκόσμιου κινηματογράφου σε πρεμιέρες χολλυγουντιανής λαμπρότητας, μεγάλα κοσμικά γεγονότα για την μικρή ακόμα, τότε, Αθήνα της “Μπελ Επόκ”.
Το 1929 την εκμετάλλευση της αίθουσας την αναλαμβάνει η κινηματογραφική δυναστεία των αδελφών Σκούρα εκ των οποίων ο Σπύρος στις ΗΠΑ είναι από τα κορυφαία στελέχη της αμερικανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας και πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας 20th Century Fox (1942-1962, τον “έφαγε” η παταγώδης οικονομική αποτυχία της “Κλεοπάτρας”).
Την ίδια χρονιά, δηλαδή το 1929, με πρεμιέρα που δίνεται στις 22 Οκτωβρίου, το “Αττικόν”, προβάλλει πρώτο πριν από κάθε άλλον ελληνικό κινηματογράφο ομιλούσα ταινία.
Είναι το “Fox Movietone Follies” του Ντέηβιντ Μπάτλερ. «…ένα πρόγραμμα εγκυκλοπαιδικού και καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος που το αποτελούσαν επίκαιρα και μία επιθεώρησι του Νέου Κόσμου, η περίφημος “Φοξ Φόλλις”…» (Φρίξος Ηλιάδης, “Ο Ελληνικός Κινηματογράφος 1906-1960, έκδοση του περιοδικού “Φαντασία και Αίσθημα”, σελ. 31).

Η πρώτη οθόνη του "Αττικόν" που επέζησε των ανακαινίσεων της αίθουσας
έως στις αρχές της δεκαετίας του '50 όταν χρειάστηκε να διαμορφωθεί κατάλ-
λα΄, ώστε να μπορεί να προβάλλει cinemascope ταινίες.

Για να φτάσει σε αυτό το προκείμενο, δηλαδή στο να είναι εφάμιλλη των πολυτελών αιθουσών της Ευρώπης και με ανταγωνιστικές τεχνικές προδιαγραφές, η νέα ιδιοκτησία του “Αττικόν” προέβη σε πολλές ριζικές ανακαινίσεις στο εσωτερικό ώστε να «…είναι ίσως ένα από τα ολίγα καλά κινηματοθέατρα της Ευρώπης. Μία αίθουσα ευρύχωρος, η εντός της οποίας κυκλοφορία είναι κάτι περισσότερον και από άνετος με διαδρόμους και εξόδους ευρείς, πολλούς, σπάνια και εις την Ευρώπην, την οποίαν έχομεν εις το κάθε τι ως υπόδειγμα. Η τάξις με την οποίαν τα πάντα είναι διαρρυθμισμένα, είναι υποδειγματική. Πολυτέλεια, καθαριότης, άνεσις, ασφάλεια είναι όλα ζηλευτά…»  (“Κινηματογραφικός Αστήρ” 17/11/1929).
Η ίδια (;) κινηματογραφική επιθεώρηση στο πανηγυρικό τεύχος του 1960 επαναλαμβάνει περίπου τα ίδια. «…Η ωραιοτέρα αίθουσα κινηματοθεάτρου. Από της εισόδου μέχρις της αιθούσης ο θεατής αισθάνεται ότι θα ψυχαγωγηθή. Καθίσματα καινουργή, πολυτελή, αναπαυτικά. Ακουστική θαυμασία, προβολή επί ευρυτάτης οθόνης πλάτους 14 μέτρων, αρτία…»
Στη δεκαετία του ’30 το υπόγειο του κτιρίου διαμορφώνεται σε κινηματογράφο κι αυτό και ονομάζεται “Απόλλων”.
Στην Κατοχή και οι δυο κινηματογράφοι επιτάσσονται από τους Γερμανούς και λειτουργούν αποκλειστικά σαν κινηματογραφικές αίθουσες για την ψυχαγωγία των κατακτητών. “Σολντάτεν Κίνο Βικτόρια” μετονομάζεται το “Αττικόν” και “Σολντάτεν Κίνο Απόλλο” ο “Απόλλων”. Μετά την Απελευθέρωση τον Οκτώβριο του 1944 στο “Αττικόν” επανέρχεται το όνομα του και επαναλειτουργεί αμέσως. Ο “Απόλλων” μετατρέπεται σε αποθηκευτικό χώρο, όπου φυλασσόταν μέρος των Αρχείων του Κράτους για τα επόμενα σχεδόν 20 χρόνια.
Μια ακόμα πρωτιά κερδίζει το “Αττικόν” στην κινηματογραφική σεζόν 1953-54. Είναι και πάλι η πρώτη ελληνική αίθουσα που προβάλλει ταινία με σύστημα “Σινεμασκόπ”. Ένα σύστημα προβολής σε ευρεία οθόνη κι ελαφρώς κοίλη, όπου δίνει στον θεατή την αίσθηση του βάθους πεδίου. Πρόκειται για τον “ Χιτώνα”, την πρώτη ταινία γυρισμένη σε σινεμασκόπ.


Όντας, δε, το φιλμ παραγωγή της Fox, οι αδελφοί Σκούρα κράτησαν την αποκλειστικότητα της πρωτιάς επί ελληνικού εδάφους για τη ναυαρχίδα των κινηματογραφικών αιθουσών των οποίων είχαν τη διανομή.

Η γερμανική διαφημιστική αφίσα της ταινίας δείχνει με παραστατικό γραφισμό την προβολή της ταινίας πάνω σε επιμήκη κοίλη οθόνη, όπου δημιουργείται η ψευδαίσθηση του βάθους πεδίου στον θεατή. Στο "Αττικόν" η οθόνη ανακατασκευάστηκε προκειμένου να προβάλλονται σε αυτή ταινίες σινεμασκόπ χωρίς τις μαύρες λωρίδες από πάνω και από κάτω της εικόνας,

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 επαναλειτουργεί και ο “Απόλλων” με διαφορετική αισθητική αντίληψη στη διακόσμησή του ακολουθώντας τα ρεύματα της εποχής επιδιώκοντας να κρατήσει στην κινηματογραφική πιάτσα του κέντρου τις νεότερες γενιές οι οποίες έδειχναν μια προτίμηση στους καινούργιους κινηματογράφους, που άνοιγαν σαν τα μανιτάρια στην περιφέρεια της Αθήνας με ποιοτικές παροχές αιθουσών α’ προβολής και αισθητική διακόσμησης “sixties style ”. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας ο “Απόλλων” εγκαθιστά ένα πρωτοποριακό ηχητικό σύστημα τεσσάρων μεγαφώνων το TOD-A-O 70mm, που βελτίωνε τον απλό στερεοφωνικό ήχο. Δεν ακολουθήθηκε από άλλους κινηματογράφους μιας και το σύστημα Dolby Surround και το τελευταία το digital virtual surround το υπερκέρασαν.
Το 1982 το “Αττικόν” ανακαινίστηκε ριζικά, όπου άλλαξε και ο πολυέλαιος στο ταβάνι του, το σήμα κατατεθέν της αίθουσας. Η παρακμή των κινηματογραφικών αιθουσών από την εισβολή της τηλεόρασης και των επερχομένων βιντεοκλάμπ, επέβαλε την στρατηγική της αντεπίθεσης.
Η κινηματογραφική βιομηχανία πρόσθετε νέα όπλα στο τεχνολογικό της οπλοστάσιο, όλο και πιο εντυπωσιακά, ενώ παράλληλα η θεματολογία της καλούνταν να τα αξιοποιήσει με ταινίες, που μόνο σε μια κινηματογραφική αίθουσα θα μπορούσαν να προσφέρουν το μέγιστο της απόλαυσης. Για τούτο και οι κινηματογραφικές αίθουσες από τη  μια μεριά θα έπρεπε να είναι έτοιμες να προβάλουν αυτές τις ταινίες και από την άλλη να προσφέρουν και τη μεγαλύτερη δυνατή άνεση στον θεατή να τις παρακολουθήσει, σαν από τον καναπέ του.
Η ανακαίνιση του “Αττικόν” πήγε ακόμα παραπέρα: να συντηρήσει στην αίσθηση του κοινού, που θα φιλοξενούσε,  την ιεροτελεστία της εξόδου του προκειμένου να παρακολουθήσει μια κινηματογραφική ταινία, όπως τα παλιά, τα προπολεμικά χρόνια, όταν η έξοδος για σινεμά ήταν το γεγονός της εβδομάδας. Ο δε διάκοσμος της εισόδου, του φουαγιέ και της αίθουσας, πράγματι προδιέθεταν για μια τέτοια ιεροτελεστία.
Και κάτι ακόμα.

ΟΔΟΣ ΣΤΑΔΙΟΥ: ΜΙΑ ΥΠΑΙΘΡΙΑ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ
Μέσα στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, όπου η κινηματογραφική ψυχαγωγία είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό στην κινηματογραφική πιάτσα της Σταδίου, οι κινηματογράφοι του δρόμου το “Αττικόν” και ο “Απόλλων”, απέναντί τους ο “Έσπερος”, λίγο πιο κάτω το “Άστορ”, ο “Ορφέας” μετά την πλατεία Κλαυθμώνος και λιγότερο το υπόγειο σινεμά “Άστυ” με κύρια είσοδο από την Κοραή, υπήρξαν μια χάρμα οφθαλμών υπαίθρια πινακοθήκη εντυπωσιακών κινηματογραφικών γιγαντοαφισών, που κάθε Δευτέρα άλλαζαν με καινούργιες.
Πραγματικά χαρούμενες πολύχρωμες γιγάντιες πινελιές στο δρόμο με τα σκουρόχρωμα παλιά κτίρια, πανέμορφα, ωστόσο κι αυτά. Και στο “ντεκόρ”, όπως λεγόταν στη γλώσσα της καλλιτεχνικής πιάτσας, το “Αττικόν” αν και δεν υπήρξε πρωτοπόρο, συντήρησε μέσα σε αυτές τις δυο δεκαετίες κατά τον πιο δυναμικό τρόπο την παράδοση που είχε αρχίσει να δημιουργείται από τη δεκαετία του ’30 στις γιγαντοαφίσες της εισόδου των κινηματογράφων με γιγαντιαία ντεκόρ που κάλυπταν όλο το πλάτος της πρόσοψης, ενώ όχι λίγες φορές οι ντεκουπαρισμένες φιγούρες  του ντεκόρ άγγιζαν το πεζοδρόμιο.

Το εργαστήρι που φτιάχνονταν οι γιγαντοαφίσες, τα ντεκόρ, βρισκόταν ακριβώς πίσω από το σινεμά. Σε μια μικρή αυλή στον ακάλυπτο χώρο που είχε απομείνει και στο ημιυπόγειο. Εκεί τελάρωναν τα χαρτιά, τα ζωγράφιζαν, τα χρωμάτιζαν και μεσάνυχτα της Κυριακής τα έστηναν στην πρόσοψη του “Αττικόν” και του “Απόλλωνα”. Ήταν το εργαστήρι του Γιώργου Βακιρτζή, του κορυφαίου κατά κοινή ομολογία ζωγράφου στο χώρο της γιγαντοαφίσας και του Μεμά Τουλιάτου, που μετά την αποχώρηση του Βακιρτζή απόμενε μόνος του με κάνα δυο βοηθούς να συνεχίζει για μερικά ακόμα χρόνια.
Ύστερα ήρθαν τα ψηφιακά πλότερ που αντικατέστησαν την τέχνη και το μεράκι των μαστόρων…
Κλείσανε ή άλλαξαν χρήση και τα πιο πολλά σινεμά που χρηματοδοτούσαν αυτήν την “Τέχνη δρόμου”, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία στην οποία σύντομα θα επανέλθουμε.

Κείμενο:
Γιώργος Βλάχος

Φωτογραφικό υλικό:
Ο Κινηματογράφος στην Ελλάδα, Δανιήλ Ορφανουδάκης, 1998
Στα παλιά τα σινεμά, Νίκος Θεοδoσίου, 2000
Η ζωγραφική στο δρόμο, Γιγαντοαφίσες του Γιώργου Βακιρτζή, Γκαλερί Νέες Μορφές, 1993
Γιγαντοαφίσες Κινηματογράφου του Γιώργου Βακιρτζή (χωρίς στοιχεία έκδοσης, πιθανώς τέλη δεκαετίας '60)
Κινηματογράφοι της Αθήνας, Χαρίλαος Πατέρας 2006
Ρεπορταζιακή φωτογραφία του εμπρησμού του "Αττικόν" από αρχείο εικόνων google
Αρχείο Γ. Βλάχου

5 σχόλια:

  1. Με μεγάλη χαρά διαβάζω ότι δεν κατεστράφη το Αττικόν. Δεν ξέρω αλλα είχα μείνει με αυτή την εντύπωση. Μακάρι οι ζημιές να είναι μικρές. Πέρασα πολλά από τα φοιτητικά μου χρόνια εκεί και λυπήθηκα πολύ όταν το είδα να καίγεται.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ναι δεν καταστράφηκε, αλλά οι ζημιές δεν είναι μικρές. Ίσως να λειτουργήσει και πάλι μέσα στη σεζόν. Κι εγώ έχω συναισθηματικούς δεσμούς με το "Αττικόν" (θα το πρόσεξες ίσως και από το ότι το κομμάτι που ήταν ιδιαίτερα μεγάλο), ιδιαίτερα με την μικρή αυλή στο πίσω μέρος, που τώρα δεν υπάρχει. Προσεχώς για αυτήν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. εμπεριστατωμένη έρευνα, ενδιαφέρον το κείμενό σου, οι φωτογραφίες επίσης.
    ευτυχώς οι μνήμες δεν καιγονται καταγράφονται, ζωγραφίζονται στο χαρτί (όπως η παρουσα αναφορά) και ό,τι δεν καίγεται μπορεί να ξαναχτιστεί. Βάνδαλοι υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν, ο πολιτισμός έναντι της βαρβαρότητας βγαίνει νικητής, δε νομίζεις φίλε Γιώργο;

    σε ένα κιν/φικό έργο μήπως ήταν το "για ποιον χτυπάει η καμπάνα" με τον Γκ. Κούπερ, δεν είμαι σίγουρη,( θυμησέ το μου) να φωνάζει κάτω από βομβαρδισμούς... "Κερατάδες", έτσι φωνάζω κι εγώ γι όλους αυτούς τους βάρβαρους και λίγο είναι.

    ΥΓ. ανέβασα το κείμενό σου στο blog μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Η σκηνή με τον βομβαρδισμό που από κάτω βρίζει ο ηθοποιός με το ελληνπρεπέστατο "Κερατάδες" (για την ακρίβεια της προφοράς είχε εκστομίσει "Κάρα-τάντες") είναι από την ταινία "Τα Κανόνια του Ναβαρόνε" (1961) και ο ηθοποιός ήταν ο Άντονυ Κουέιν, που έπαιζε τον ρόλο Έλληνα αντάρτη. Ο ελληνολάτρης Antonio Rodolfo Quinn-Oaxaca ως γνωστό έχει ερμηνεύσει επίσης τους Έλληνες Ζορμπά (1964) και τον Ωνάση.
    Ο Γκάρυ Κούπερ δεν μιλούσε με κακές λέξεις. Ήταν τζέντλεμαν και στη ταινία που αναφέρεις δεν θα μπορούσε να πει κάτι ελληνικό, μιας και διαδραματίζεται στον εμφύλιο ισπανικό πόλεμο. Το μόνο ελληνικό σε εκείνη την ταινία ήταν η Παξινού.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Λεπτομέρειες: Η πειραγμένη φωτογραφία με την πρώτη οθόνη του Αττικόν μάλλον δείχνει την τελευταία, αν κρίνουμε από τα καθίσματα.
    Για τον Απόλλωνα οι πληροφορίες δεν είναι σωστές. Άνοιξε το 1960. Υπήρχε ο προπολεμικός Απόλλων ακριβώς απέναντι, άλλος όμως εκείνος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή