Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

"Χριστούγεννα... Πρωτούγεννα..."

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΣΑΤΙΡΙΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ
ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΛΑΪΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΥΛΗΣ

¨Ένα αρκετά πλούσιο σε παραγωγή θεματικό κεφάλαιο της ελληνικής κοινωνικής γελοιογραφίας στα χρόνια της ακμής των λαϊκών περιοδικών ποικίλης ύλης (1945-1970+)  ήταν τα Χριστούγεννα. Στα χριστουγεννιάτικα τεύχη των περιοδικών αυτών, οι γελοιογράφοι έδιναν το εύθυμο στίγμα στην έτσι κι αλλιώς πλούσια γιορταστική ύλη των περιοδικών.
Οι θεματολογικοί άξονες των εμπνεύσεών τους, από τους οποίους απουσίαζε συνειδητά κάθε πολιτική σατιρική νύξη, ήταν σχετικώς περιορισμένοι: τα κάλαντα, το ξόδεμα του 13ου τρίτου μισθού ή "δώρο (μποναμάς) των Χριστουγέννων", οι τρεις μάγοι, η γαλοπούλα, το στόλισμα του δέντρου, ενώ απουσιάζει σχεδόν τελείως το παραδοσιακό στολισμένο καραβάκι αντί του χιονισμένου ελάτου, επισημαίνοντας έτσι, άθελά τους, τη ραγδαία αντικατάσταση κάποιων παραδοσιακών εθίμων στη μεταπολεμική διαμόρφωση της αστικής τάξης με κάποια άλλα ξενόφερτα και ειδικά άγγλο-σαξονικών προτύπων. Όχι σπάνια ένας ακόμα θεματικός άξονας ήταν και η αναφορά κάποιας τρέχουσας επικαιρότητας άσχετης πέρα από την στάνταρ χριστουγεννιάτικη, όπου έντεχνα μέσα στο  περιβάλλον της ενέτασσαν κι αυτή.
Είναι, πράγματι, θαυμαστό πώς με τόσο περιορισμένο θεματολόγιο οι γελοιογράφοι σε όλα αυτά τα χρόνια έδωσαν εκατοντάδες γελοιογραφίες, όπου ναι μεν -εκ των πραγμάτων- το "γκαγκ" συνέπιπτε να είναι το ίδιο σε αρκετές γελοιογραφίες, αλλά ο τρόπος εκφοράς του είχε το διαφορετικό στυλ του κάθε γελοιογράφου.





 













¨Είναι, πράγματι, θαυμαστό πώς με τόσο περιορισμένο θεματολόγιο οι γελοιογράφοι σε όλα αυτά τα χρόνια έδωσαν εκατοντάδες γελοιογραφίες, όπου ναι μεν -εκ των πραγμάτων- το "γκαγκ" συνέπιπτε να είναι το ίδιο σε αρκετές γελοιογραφίες, αλλά ο τρόπος εκφοράς του είχε το διαφορετικό στυλ του κάθε γελοιογράφου.

"ΝΑ ΤΑ ΠΟΥΜΕ;"
Ένα δεύτερο στοιχείο που χαρακτήριζε τα χριστουγεννιάτικα και "καπάκι" την επόμενη εβδομάδα τα πρωτοχρονιάτικα τεύχη των λαϊκών περιοδικών ποικίλης ύλης σε εκείνη την εικοσαετία, πάντα στον άξονα της χιουμοριστικής τους ύλης, ήταν τα "Κάλαντα" που... έψαλλαν εμμέτρως οι ταλαντούχοι στιχοπλόκοι των περιοδικών. Με τον 15σύλλαβο των κλασικών καλάντων των ημερών οι στιχοπλόκοι σατίριζαν -αρκετά αιχμηρά ορισμένες φορές- την επικαιρότητα, όπου δεν άφηναν στο απυρόβλητο την τρέχουσα πολιτική κατάσταση, πράγμα που απέφευγε να κάνει το πενάκι των συναδέλφων τους γελοιογράφων. Το έντυπο τούτο έθιμο με καταβολές από την αρχαία αττική κωμωδία, τους μιμίαμβους κατόπιν, τα ρωμαϊκά Σατουρνάλια πιο ύστερα και τέλος από τη βυζαντινή εποχή, έσβησε με την απόσυρση των λαϊκών περιοδικών ποικίλης ύλης από τη δημοσιογραφική σκηνή, καθώς τα περιοδικά που κατέλαβαν τον ζωτικό τους χώρο, τα Lifestyle θεωρούν πολύ παρωχημένη αντίληψη να έχουν ενταγμένη στην ύλη τους και κάποια έμμετρη επικαιρότητα.
Δεν είναι, δυστυχώς, το μόνο που η απουσία του ανακαλεί νοσταλγικές αναμνήσεις.
Μαζί. λοιπόν με τις παραδοσιακές των ημερών γελοιογραφίες  συμπεριλαμβάνονται στο μικρό τούτο αφιέρωμα και κάποια “χριστουγεννιάτικα κάλαντα” από τα περιοδικά “Ρομάντσο” και “Θησαυρό” τα κατ’ εξοχήν εμβληματικά περιοδικά του είδους και της εποχής τους.





Σε πολλούς στίχους θα εντοπιστεί πως η τότε επικαιρότητα δεν διαφέρει από τη σημερινή, τουλάχιστο στα θέματα που άπτονται της αστικής και μεσοαστικής τάξης. Έχουν απλώς σαν πρόσχημα τις γιορτές των Χριστουγέννων.

κείμενο-αρχείο: Γιώργος Βλάχος

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011

Η πάντα επίκαιρη "Συννεφιασμένη Κυριακή"

Συννεφιασμένη Κυριακή,
μοιάζεις με την καρδιά μου
που έχει πάντα συννεφιά,
Χριστέ και Παναγιά μου.

Όταν σε βλέπω βροχερή,
στιγμή δεν ησυχάζω.
μαύρη μου κάνεις τη ζωή,
και βαριαναστενάζω.

Είσαι μια μέρα σαν κι αυτή,
που ‘χασα την χαρά μου.
συννεφιασμένη Κυριακή,
ματώνεις την καρδιά μου.


Σ
τα τελευταία εξήντα, και βάλε, χρόνια δεν υπάρχει, ίσως ενήλικας Έλληνας που να μην έχει τραγουδήσει έστω και μια φορά κάποιους από τους στίχους της ‘Συννεφιασμένης Κυριακής’, του ελληνικού λαϊκού εθνικού ύμνου, όπως έχει χαρακτηριστεί αυτό το τραγούδι, που συνέθεσε ο Βασίλης Τσιτσάνης το 1948 και το πρωτοτραγούδησαν ντουέτο
σε δίσκο δυο από τα πιο βαριά ονόματα του λαϊκού τραγουδιού, ο Πρόδρομος Τσαουσάκης και η Σωτηρία Μπέλλου (11 Αυγούστου 1948, η πρώτη ηχογράφηση).
Ωστόσο, η ερμηνεία που εκτόξευσε το τραγούδι σε δυσθεώρητα ύψη δημοφιλίας και το έκανε να θεωρηθεί ως ο ορισμός του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, ήταν εκείνη του 1959. Ερμηνευτής του ο μεγάλος Στέλιος Καζαντζίδης με τη σύμπραξη της Γιώτας Λύδιας και της Μαρινέλλας.
Η εισαγωγή αυτής της εκτέλεσης, για κοντά πενήντα χρόνια, υπήρξε το μουσικό σήμα της φωνογραφικής εταιρίας ‘Κολούμπια’ στις ραδιοφωνικές εκπομπές της με λαϊκή μουσική. Η αναβίωση του ρεμπέτικου στις αρχές της δεκαετίας του ’60 πολλά οφείλει στην ερμηνεία της ‘Συννεφιασμένης Κυριακής’ από τον Στέλιο Καζαντζίδη.
 Προηγουμένως, όμως και συγκεκριμένα το 1954 η μουσική του τραγουδιού καταξιώθηκε και σαν μελωδία σε φόρμα κλασικής μουσικής χάρη στις μαγικές εμπνεύσεις του Μάνου Χατζιδάκι, που τη μετέγραψε για πιάνο και τη συμπεριέλαβε στις ‘Έξι λαϊκές ζωγραφιές’ του και δεν είναι καθόλου ιεροσυλία, που το θεωρώ, σε αυτή την εκτέλεση, ως το ισοδύναμο της ‘Moonlight Sonata’ στα πλαίσια της ελληνικής λαϊκής μουσικής.
Και αν για τη μουσική του δεν υπάρχουν αμφισβητήσεις και διχογνωμίες για το σε ποιον ανήκει το τραγούδι, γύρω από τους στίχους του έχει αναπτυχθεί μια φιλολογία αντάξια της θέσης που κατέχει το τραγούδι στην ελληνική λαϊκή μουσική, που ούτε όταν αργότερα αναγράφηκε το όνομα του στιχουργού στην ετικέτα του δίσκου δεν απένειμε με σιγουριά την πατρότητά τους στον πραγματικό δημιουργό τους. Απλώς τη νομιμοποίησε.
Αρχικά, εκτός από συνθέτης, ο Τσιτσάνης εμφανίζεται και ως στιχουργός του τραγουδιού. Άλλωστε ίσαμε σήμερα στις δεκάδες ηχογραφήσεις του με διαφόρους καλλιτέχνες, ένα όνομα μόνο αναγράφεται. ‘Στίχοι και μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης’. Ήταν η εποχή, που αναγνωρισμένος ως απόλυτα μοναδικός δημιουργός ενός τραγουδιού ήταν ο συνθέτης, ειδικά του ρεμπέτικου. Ο στιχουργός, αν δεν ήταν γνωστός στον χώρο, έμενε στην αφάνεια (ούτε στην ετικέτα του δίσκου αναφερόταν) αρκούμενος σε κάποια μικρή αμοιβή που του έδινε ο συνθέτης από τα δικά του ποσοστά με προσωπικές συμφωνίες δίχως επίσημα έγγραφα.
Κάπως έτσι έγινε και με τη ‘Συννεφιασμένη Κυριακή’. Ο Τσιτσάνης, όταν κάποτε ρωτήθηκε, αν είχε υπάρξει κάποιο ερέθισμα για τους στίχους της, είχε πει με γλαφυρή διήγηση ότι αυτοί είχαν γραφεί στη Θεσσαλονίκη με αφορμή ένα τραγικό περιστατικό στη διάρκεια της Κατοχής. Γενικά δε οι στίχοι του ήταν εμπνευσμένοι από τις δύσκολες μέρες που βίωνε ο ελληνικός λαός και ο αρχικός πρώτος στίχος του έλεγε ‘Ματωμένη Κυριακή’, ενώ ‘Συννεφιασμένη’ έγινε αργότερα.
«Θυμάμαι αποβραδίς είχε γίνει μπλόκο από τους Γερμανούς σ' ένα κουτούκι και κανείς μας δεν ήξερε ποιος θα φύγει ζωντανός από μέσα. Μ' έβαλαν και έπαιζα μέχρι το πρωί. Το χάραμα μας άφησαν να φύγουμε. Εξω το χιόνι ήταν στρωμένο και όπως πήγαινα για το σπίτι είδα τόπους-τόπους πηχτό κόκκινο αίμα. Μέσα στο λίγο φως είδα το παλικάρι που ήταν σκοτωμένο. Γύρισα σπίτι μου και έγραψα το τραγούδι…» (συνέντευξη του Τσιτσάνη στον Γιώργο Λιάνη το 1972 στο περιοδικό ‘Επίκαιρα’), ενώ έναν χρόνο αργότερα συμπλήρωνε: «Το ζοφερό κλίμα της Κατοχής που μου είχε εμπνεύσει τους στίχους του τραγουδιού μού ενέπνευσε και τη μουσική του... Ήθελα να φωνάξω για τη μαύρη απελπισία, που μας έδερνε όλους εκείνη την εποχή της Κατοχής, όλο για την απελπισία να μιλάνε οι νότες» (συνέντευξή του στον Γιώργο Πηλιχό στην εφημερίδα ‘Τα Νέα’)… Τέλος, σε συνέντευξη του στον Λευτέρη Παπαδόπουλο που δημοσιεύτηκε στο “Δίφωνο” αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο του συνθέτη, ο Τσιτσάνης μετέφερε τον χρόνο και την αιτία της έμπνευσης των στίχων στον Εμφύλιο, αλλά πάντα στη Θεσσαλονίκη.
Με αρκετές αντιφάσεις, λοιπόν, το ιστορικό πλαίσιο από τη μια μεριά, αλλά συναισθηματικά πειστικό από την άλλη, για τον λόγο, ότι ο λαϊκός στίχος ανέκαθεν αποτύπωνε βιώματα, βάσανα και πίκρες της λαϊκής τάξης. Εν τούτοις, όσο αφορούσε στην ‘Κυριακή’ του η πραγματική έμπνευση των στίχων δεν ήταν οι αγώνες του ελληνικού λαού κάτω από την μπότα του κατακτητή, ή ο πόνος από μια ολέθρια εμφύλια σύγκρουση, όπως ήθελε να τους παρουσιάσει ο Τσιτσάνης, ίσως για να δώσει μια κάποια ηρωική επίφαση στο τραγούδι. Ακόμα χειρότερα, αποδόθηκε στον Τσιτσάνη η βαριά μομφή, ότι οι στίχοι του τραγουδιού δεν είναι καν δικοί του! Συγκεκριμένα, ο Τάσος Σχορέλης γράφοντας στη ‘Ρεμπέτικη Ανθολογία’ του δεν παραπέμπει ούτε στην Κατοχή, ούτε καν στα σκληρές μέρες που βίωνε ο ελληνικός λαός την αδελφοκτόνα λαίλαπα του Εμφυλίου στα χρόνια 1946-1949:
«Ο Τσιτσάνης βεβαιώνει πως στις μαύρες μέρες της Κατοχής έγραψε τους στίχους και τη μελωδία της ‘Συννεφιασμένης Κυριακής’, τότε που οι συνεργάτες των κατακτητών κατέδιδαν τους πατριώτες στους Γερμανούς. Η αλήθεια απέχει πολύ. Τους στίχους έγραψε το 1947 ο Αλέκος Γκούβερης. Κάποια Κυριακή έχασε στο ποδόσφαιρο η Α.Ε. Λάρισας και ο Γκούβερης, φανατικός οπαδός της, έγραψε τους στίχους φαρμακωμένος από την ήττα της ομάδας του. Ο Τσιτσάνης έκανε διόρθωση στον τρίτο στίχο του πρώτου τετράστιχου. Έλεγε «που είναι μελαγχολική», και την έκανε «που έχει πάντα συννεφιά» (...) Η «εκκαθάριση» της ΑΕΠΙ και η ετικέτα του δίσκου της «Φίλιπς» (σημ. σε μεταγενέστερη επανέκδοση του δίσκου, γιατί στην πρώτη δεν αναφερόταν στιχουργός) αποδεικνύουν ποια είναι η αλήθεια».
Αλλ’ όμως, ο Σχορέλης, που αποδέχεται τη δήλωση του Γκούβερη ως αναφορά πραγματικού γεγονότος, είναι ιστορικός του ρεμπέτικου τραγουδιού και όχι ιστορικός του ελληνικού Ποδοσφαίρου. Αν ήταν και το δεύτερο, θα μπορούσε, ίσως, να σχολιάσει ότι και ο Γκούβερης θέλησε να φτιάξει τον δικό του μύθο γύρω από τους στίχους, δεδομένου ότι η αγαπημένη ομάδα του στιχουργού η Αθλητική Ένωση της Λάρισας, η ΑΕΛ, δηλαδή, ιδρύθηκε το 1964, που πάει να πει, ότι ο Γκούβερης περιέγραψε ένα προσωπικό του βίωμα που θα ένιωθε, τουλάχιστον 17 ολόκληρα χρόνια μετά!.. Τι και αν όντως ήταν οπαδός κάποιας από τις ομάδες (Άρης, Ηρακλής, Λαρισαϊκός, Τοξότης) που συγχωνεύτηκαν; Δεν αναφέρθηκε σε κάποια από αυτές, όπως κάθε βέρος οπαδός, που η ήττα της ομάδας του θα τον έκανε να νιώθει την Κυριακή του συννεφιασμένη. Τέλος πάντων…
Το μόνο αληθινό της ιστορίας είναι ότι η Ανώνυμη Εταιρία Πνευματικής Ιδιοκτησίας (ΑΕΠΙ) αποδίδει από τις εκκαθαρίσεις της κάποια ποσοστά στον Γκούβερη ως στιχουργού για τις πωλήσεις του δίσκου με τη ‘Συννεφιασμένη Κυριακή’, ενώ και η δισκογραφική εταιρία ‘Φίλιπς’ τον αναφέρει στην ετικέτα του δίσκου.
Και να που ο ίδιος ο φερόμενος σαν στιχουργός, ο Αλέκος Γκούβερης, ανατρέπει κι αυτός τους ισχυρισμούς του περί πατρότητας των στίχων, που από το 1948 και για πολλά χρόνια μετά διεκδικούσε με επιμονή ως δικούς του, ώστε πλέον να θεωρείται τώρα ως ο δημιουργός τους. Είναι μια χειρόγραφη δήλωσή του που περιλαμβάνεται στο Ιστορικό Αρχείο Βασίλη Τσιτσάνη, μέρος του οποίου δημοσίευσε στο περιοδικό ‘Ταχυδρόμος’ το 2004 ο ερευνητής του λαϊκού τραγουδιού και φίλος του Τσιτσάνη, ο Κώστας Χατζηδουλής.
Το χειρόγραφο-ντοκουμέντο αναφέρει: «Ο κάτωθι υπογεγραμμένος Αλέκος Γκούβερης δηλώ ότι συνέβαλα στην αποπεράτωσιν των στίχων της “Συννεφιασμένης Κυριακής” του Βασίλη Τσιτσάνη δια της προσθήκης ενός και μόνο κουπλέ. Δια την ως άνω δευτερεύουσαν βοηθητική προσφορά μου θέλω λάβω το 20% των επί των στίχων δικαιωμάτων του. Εν Αθήνας τη 17/9/1947, ο δηλών Αλέκος Γκούβερης.»
Με δεδομένο τους τόνους μελανιού που χύθηκαν για την επίμαχη πατρότητα των στίχων (και δεν τελειώσαμε ακόμα) τίθεται ένα εύλογο ερώτημα: Γιατί, αφού από το 1947, που υπήρχε αυτό το ντοκουμέντο ο ίδιος ο Τσιτσάνης δεν το χρησιμοποίησε, όταν χρειάστηκε, ώστε να καταρρίψει την κάθε μομφή που του αποδόθηκε για λογοκλοπή και ιδιοποίηση; Ίσως για αυτό κάποιοι αμφισβητούν την γνησιότητα του εγγράφου, ή τουλάχιστο την ημερομηνία σύνταξής του.
Υπάρχει, όμως και η τρίτη εκδοχή. Την εκφράζει ο ισχυρισμός του λαϊκού στιχουργού Νίκου Ρούτσου.
Για το ποιος ήταν ο Νίκος Ρούτσος, και ξεχωριστά ποια ήταν η παρουσία του στο λαϊκό και στο ρεμπέτικο μεταπολεμικό τραγούδι, γράφαμε σχετικά στην προηγούμενη ανάρτηση (“Ο Ζουγκλογράφος, ο Ρεμπέτης και ο Παραμυθάς κος Νίκος” -ετικέτα: βιογραφίες). Η εμπλοκή του, όμως στο ερώτημα για το ποιος τελικά έγραψε τους στίχους του θρυλικού τραγουδιού “Συννεφιασμένη Κυριακή” έχει πολλές διαστάσεις που θα χρειαζόταν λεπτομερέστερη αναφορά μέσα σε αφιέρωμα που είχε άλλο αντικείμενο.
Με τον Τσιτσάνη ο Ρούτσος συνεργάστηκε σε αρκετά από τα γνωστά τραγούδια του μεγάλου ρεμπέτη και λαϊκού συνθέτη. Για τα περισσότερα η δημόσια αμφισβήτηση του Τσιτσάνη για την στιχουργική πατρότητά τους από τον Ρούτσο είχε υπάρξει έντονη. Ανάμεσά τους συμπεριλαμβανόταν και η ‘Συννεφιασμένη Κυριακή’ για το στιχουργικό της ιστορικό της οποίας ο Ρούτσος υπερασπίζεται την άποψή του με πολύ πειστικό τρόπο, αλλά δίχως ντοκουμέντα που να το αποδεικνύουν. Με εξαίρεση το τραγούδι ‘Η Μάνα μου με δέρνει’, όπου από ότι φαίνεται ο Τσιτσάνης ήταν αυτός που διεκδίκησε τα δικαιώματα της μουσικής από τον Ρούτσο (στην πρώτη εκτέλεση που είχε κυκλοφορήσει στην ελληνική ομογένεια της Αμερικής ο Ρούτσος εμφανιζόταν και σαν συνθέτης, ενώ κατόπιν σε μεταγενέστερες εκτελέσεις ως συνθέτης εμφανίζεται ο Τσιτσάνης) οι δυο δημιουργοί μπλέχτηκαν σε διενέξεις για 18 τραγούδια (που εκτός της ‘Συννεφιασμένης Κυριακής’ συμπεριλαμβάνονται τα πασίγνωστα ‘Ντερμπεντέρισα’ κι ‘Απόψε κάνεις μπαμ’).
Η δισκογραφική εταιρία ‘Κολούμπια’, της οποίας καλλιτεχνικός διευθυντής ήταν ο… Τσιτσάνης, σε ρόλο επιδιαιτητή ανάμεσά τους απεφάνθη ότι στα εννέα από αυτά αποκλειστικός δημιουργός ήταν ο Τσιτσάνης, στα επτά δεν εμφανιζόταν στιχουργός, άρα πάλι ήταν ο Τσιτσάνης και στιχουργός τους, ενώ για το ‘Απόψε κάνεις μπαμ’ αναγνώριζε στον Ρούτσο συμμετοχή στον στίχο (και ποσοστό 25% επί των πωλήσεων) και για τη ‘Συννεφιασμένη Κυριακή’ αναγνώριζε ως στιχουργό τον Γκούβερη.
Η ένσταση του Ρούτσου εκφράστηκε με δυο τρόπους. Με προσφυγή στον Άρειο Πάγο το 1975 και με δημοσιοποίηση στον Τύπο για το ποιανού ήταν οι στίχοι της ‘Κυριακής’. Ιδιαίτερα αυτό το τραγούδι τον ενδιέφερε να καταχωριστεί ως δικό του. Με μια συνέντευξη-ποταμό στο περιοδικό ‘Κολούμπρα’ με τίτλο ‘Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν’ που είχε δώσει στον συγγραφέα Νίκο Πλατή το 1979, ανέπτυσσε με επιχειρήματα και γεγονότα τη διένεξή του με τον Τσιτσάνη εμμένοντας κυρίως στο πώς είχαν γραφεί οι στίχοι της ‘Κυριακής’.
Λίγο καιρό νωρίτερα και ενώ η δίκη είχε αρχίσει, σχεδόν τα ίδια είχε πει και στον υποφαινόμενο εκεί στο διαμέρισμά του στην παλιά πολυκατοικία της οδού Αγίου Μελετίου. «Είχα γράψει στον τελευταίο στίχο του πρώτου κουπλέ ‘στην κάθε αναποδιά μου’..» μου είχε πει. «…Του Τσιτσάνη, όμως δεν του άρεσε. Το έσβησε κι έγραψε ‘Χριστέ και Παναγιά μου’.. Μα τι γράφεις, εκεί τον ρώτησα ξαφνιασμένος… Δεν έχει νόημα!.. Θα γίνει ρεφρέν! μου απάντησε σίγουρος. ‘Χριστέ και Παναγιά μου’… Αυτός είναι ο στίχος που θα το κάνει επιτυχία! μου τόνισε. Το έβρισκα ανόητο και θύμωσα. Τσαλάκωσα το χειρόγραφο και το πέταξα. Σηκώθηκα κι έφυγα. Ίσως το λάθος μου να ήταν αυτό. Ο Τσιτσάνης το σήκωσε από κάτω και βάλθηκε να το μελοποιήσει όπως το είχε διορθώσει. Αν δεν το απέρριπτα θα είχαμε κλείσει τη συμφωνία, θα είχαμε υπογράψει το συμφωνητικό συνεργασίας για το τραγούδι και δεν εμφανιζόταν τώρα ως μοναδικός δημιουργός του…»
Ο Ρούτσος πέθανε τον Δεκέμβρη του 1981, ο Τσιτσάνης στις 18 Ιανουαρίου του 1984 ακριβώς στην ημέρα των γενεθλίων του (είχε γεννηθεί το 1915), η απόφαση του Αρείου Πάγου βγήκε στις 5 Φεβρουαρίου του 1987, δηλαδή έξι χρόνια μετά τον θάνατο του Ρούτσου και τρία από τον θάνατο του Τσιτσάνη. Ήταν απορριπτική για τον ενάγοντα Νίκο Ρούτσο και επέβαλε δικαστική δαπάνη 45.000 δραχμών στη γυναίκα του Αστέρω και στην κόρη του Μάια, που συνέχιζαν τη δίκη στο όνομα του ενάγοντα.
Η απόφαση του Αρείου Πάγου έθεσε οριστικό τέλος στην υπόθεση πατρότητας των στίχων της ‘Συννεφιασμένης Κυριακής’ από νομικής απόψεως, αλλά από ιστορική άποψη συνεχίζει να υπάρχει η εκδοχή, έστω ως ακραία πιθανότητα, ότι οι στίχοι είναι του ή του Ρούτσου ή του Γκούβερη, πάντως όχι του Τσιτσάνη (την εκδοχή αυτή την υποστηρίζει ο Ηλίας Πετρόπουλος, ρηξικέλευθος ερευνητής και στην ιστορία του Ρεμπέτικου σε συνέντευξή του στο περιοδικό “Ταχυδρόμος το 1973”).
Πιθανώς τη λύση να τη δώσει μια τεχνική ανάλυση από ηλεκτρονικό υπολογιστή, όπου στη βάση δεδομένων του υπολογιστή να μπουν όλοι οι στίχοι που έχει γράψει ο Ρούτσος, για να διερευνηθεί η συχνότητα χρήσης λέξεων και τρόπου σύνταξης των στιχουργημάτων του. Κάπως, δηλαδή, σαν ανάλυση DNA… Έως τότε, κάθε επιφύλαξη είναι δεκτή.

κείμενο: Γιώργος Βλάχος

Πρώτη εκτέλεση
Ο Βασίλης Τσιτσάνης εμπιστεύθηκε την πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού του σε δυο αυθεντικές φωνές του λαϊκού πενταγράμμου. Στη νεαρή Σωτηρία Μπέλλου με την οποία θα είχε μελλοντικά μακριά συνεργασία και επιτυχίες ("Τα καβουράκια", Όταν πίνεις στην ταβέρνα" κλπ) και στον Πρόδρομο Τσαουσάκη (Μουτάφογλου ή Μουταφίδη)  ερμηνευτή ρεμπέτικων τραγουδιών και επίσης στενό του συνεργάτη στα κατοπινά χρόνια κυρίως στη δισκογραφία.

Η φωνή της απογείωσης
Όταν το 1959 ο Βασίλης Τσιτσάνης ζήτησε από τον Στέλιο Καζαντζίδη να ερμηνεύσει και αυτός την ήδη αγαπημένη  "Συννεφιασμένη Κυριακή" του, είχε το δίχως άλλο την ευτυχισμένη έμπνευση που την απογείωσε στο επίπεδο του  κλασικού κομματιού. Η νέα "Συννεφιασμένη Κυριακή" του Καζαντζίδη  έγινε το εφαλτήριο για την αναθέρμανση του ενδιαφέροντος του κοινού  στα ότι είχε σχέση το ρεμπέτικο τραγούδι και τα ακούσματά του στις αρχές της δεκαετίας του '60. Μαζί με τον μεγάλο λαϊκό ερμηνευτή είχαν συμπράξει η Γιώτα Λύδια και η άγνωστη ακόμα Μαρινέλλα.
http://www.youtube.com/watch?v=ZG8AiQQrrTc&feature=related

 
Η κατά Χατζιδάκι "Συννεφιασμένη Κυριακή".
Το 1954 ο Μάνος Χατζιδάκις δασκεύασε για πιάνο έξι γνωστές λαϊκές επιτυχίες της εποχής που το ονόμασε "Έξι λαϊκές ζωγραφιές". Ανάμεσά τους, πρώτο κατά σειρά κομμάτι και μεγαλύτερο σε διάρκεια ήταν η Συννεφιασμένη Κυριακή.
Μακάρι, όλες οι συννεφιασμένες ή μη Κυριακές της ζωής μας να ήταν τόσο όμορφες, όσο αυτή του Μάνου Χατζιδάκι.

http://www.youtube.com/watch?v=FD8gK-FoPas







 

 

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

Ο ζουγκλογράφος, ο ρεμπέτης και ο παραμυθάς "κος Νίκος"


“Αουουουοααουου!” Πάνε 61 χρόνια και κάτι που είχε ακουστεί για πρώτη φορά η φοβερή κραυγή του Γκαούρ. Για την ακρίβεια, που νόμιζαν οι μικροί αναγνώστες του περιοδικού “O Ταρζάν σε νέες περιπέτειες” πως την άκουγαν να καμπανίζει τρομαχτικά στα αυτιά τους καθώς κυμάτιζε πάνω από την αδιαπέραστη ζούγκλα της Αφρικής.
Πάνε 30 ακριβώς χρόνια, αυτές τις μέρες, που το χαρτί κάτω από τη μισοτελειωμένη περιγραφή της φοβερής κραυγής του Γκαούρ παραμένει λευκό…. Ο “κος Νίκος” είχε κουρνιάσει σε ένα σύννεφο κι ετοίμαζε περιπέτειες με καινούργιους ήρωες που θα αφηγούταν εκεί ψηλά.
Τον Γκαούρ, τον Ποκοπίκο, τον Τζων Γκρήκ, τον Τσιχλιμπόχλη, τον Κάπταιν Γκρηκ, την πανώρια Ταταμπού και τη μελιστάλακτη Χουχού, τους είχε αφήσει πίσω του. Κληρονομιά.
Ο αντίλαλος από τη φοβερή κραυγή του πιο εμβληματικού από τους ήρωές του -και δεν ήταν λίγοι οι ήρωες και οι χαρακτήρες που είχε δημιουργήσει, με γνωστά ίσαμε τώρα τα ονόματά τους- έσβηνε και ίσα που έφτασε στο σύννεφο του “κύριου Νίκου”… Αουουουοααουου!
Χαμογέλασε αχνά και βάλθηκε να φτιάξει όνομα για τον καινούργιο ήρωά του. Έναν αρχάγγελο, με καταγωγή ελληνική κι όνομα, που να ακούγεται σαν την κοσμοχαλασιά της Αποκάλυψης... Που να γεμίζει με ανείπωτο τρόμο τ’ άκουσμά του στις ταξιαρχίες του Κακού.
Μα, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή… (κατά πως συνήθιζε κι αυτός να αρχινάει τις ιστορίες του με flash back).

Ο "κος Νίκος" -επίσημα η υπογραφή του ήταν “Νίκος Β. Ρούτσος”- με καταγωγή από τη Μάνη γεννήθηκε το 1904 και παραλίγο να γίνει δικηγόρος! Δεν έγινε στερώντας από τη νομική επιστήμη την ευκαιρία να εμπλουτιστεί πιθανώς η ανθολογία των αγορεύσεών της με αγορεύσεις που να κρατούν το ακροατήριο σε αγωνία για το τι θα γίνει παρακάτω!.. Τον κέρδισε το κιτρινωπό δημοσιογραφικό χαρτί και το τυπογραφικό μελάνι.
Το “κιτρινωπό δημοσιογραφικό χαρτί” είναι η κυριολεξία που παραπέμπει στην χωρίς οίκτο λιβελλογραφία του λεγομένου κίτρινου τύπου. Ήταν τα χρόνια, οι δεκαετίες του ’20 και του ’30 που τα γεγονότα τους -Μικρασιατική Καταστροφή, επαναστάσεις, κινήματα, δικτατορίες, εκθρονίσεις και παλινορθώσεις- επέβαλλαν δραματικά την ανελέητη λιβελλογραφία κατά των αντιπάλων. Κι όταν ο λίβελλος δινόταν και με το περιτύλιγμα της καυστικής σάτιρας, ήταν που μαστίγωνε οδυνηρά.

Ο Νίκος Ρούτσος με έμφυτο το σατιρικό πνεύμα στρατεύθηκε σε αυτόν τον χώρο λίγο πολιτικά, λίγο από ανάγκη επιβίωσης μιας και η δικηγορία δεν τον τραβούσε. Βρήκε στις σελίδες τους φιλόξενο χώρο να ξεδιπλώσει το χιούμορ του πότε με χρονογραφήματα και πότε έμμετρα σε αρκετά από τα έντυπα αυτά, που λόγω συνθηκών ευημερούσαν κυκλοφοριακά. Στη “Λοβιτούρα” (1929), που ήταν ένα από τα πιο σημαντικά σατιρικά έντυπα της εποχής, ο Ρούτσος υπήρξε μία από τις “δυνατές πένες” του συντακτικού της επιτελείου.
Στο ίδιο διάστημα θήτευσε και στη διαφήμιση ως κειμενογράφος και από την κατοχή και ύστερα περνάει στον χώρο της στιχουργικής όπου συνδέεται στενά με ρεμπέτες και λαϊκούς τραγουδιστές, για τους οποίους γράφει τραγούδια, ενώ αργότερα προς το τέλος της ζωής του, αξιοποιώντας τις γνώσεις που είχε αποκτήσει για τον χώρο, αναλαμβάνει να παρουσιάσει σε συνέχειες στο περιοδικό “Οικογενειακός Θησαυρός” βιογραφίες γνωστών και αγνώστων ρεμπετών και λαϊκών τραγουδιστών γράφοντας τις με το δικό του γλαφυρό στυλ.
Ο συγγραφέας και μελετητής της ελληνικής λαϊκής λογοτεχνίας ο Κυριάκος Κάσσης γράφει στο βιβλίο του “Κόμικς και λαϊκή λογοτεχνία”, ότι ο Ρούτσος υπήρξε πολιτικά τοποθετημένος στην Αριστερά. Ότι ήταν κομμουνιστής και για τούτο κυνηγήθηκε πολιτικά τόσο πριν από τον πόλεμο, όσο και μετακατοχικά. Ωστόσο, στα παιδικά αναγνώσματά του διακρίνεται μάλλον ένας εθνικοκεντρισμός, που κανένας άλλος συγγραφέας  του είδους εκείνης της εποχής δεν είχε να επιδείξει.
Σε αυτό, το τελευταίο πεδίο δραστηριοποίησής του, τα παιδικά περιοδικά εμφανίστηκε μάλλον αργά σε σχέση με την ηλικία που είχε τότε. Ήταν πάνω από 45 χρονών και δεν είναι γνωστό, αν έχουν υπάρξει σχετικά δημοσιευμένα κείμενά του από τη δεκαετία του ’40, που θα ανέτρεπαν αυτή τη διαπίστωση. Πάντως, με τα υπάροντα στοιχεία δεν φαίνεται να είχε ασχοληθεί προηγουμένως με αφηγήματα παραλογοτεχνικού τύπου.
Επίσημα, η πρώτη γνωριμία του παιδικού αναγνωστικού κοινού με τον Νίκο Ρούτσο έγινε μέσα από τα φυλλάδια με παραμύθια του εκδοτικού οίκου “Άγκυρα”, που στα μέσα της χρονιάς του 1950 μετεξελίχθηκε σε “Ταρζάν-Νέες περιπέτειες” αποκτώντας και νέα από την αρχή αρίθμηση κρατώντας τον τίτλο “Παραμύθια Άγκυρας” ως ομφάλιο λώρο με τον γεννήτορά του, τη σειρά παραμυθιών. Ο Ταρζάν του Ρούτσου είχε τόση σχέση με τον αυθεντικό του Μπάρροους, όσο η… Αργοναυτική εκστρατεία με την Οδύσσεια του Διαστήματος!..
Ο μελαψός Έλληνας Γκαούρ είναι από το πρώτο τεύχος ο διεκδικητής του θρόνου της ζούγκλας από τον λόρδο του Γκρέιστοκ, που δεν λέει να εκχωρήσει το εκ της αποικιοκρατικής Βρετανίας δικαίωμα του “βασιλεύειν αγρίοις τε θηρίοις” του αφρικανικού τροπικού δάσους και της πέριξ αυτού σαβάνας, σε έναν Έλληνα και μάλιστα μελαψό μιγάδα.
Η διαμάχη των δύο ηρώων και όλο το σύμπαν ανθρώπων και τερατανθρώπων που είχε επινοήσει ο Ρούτσος μεταφέρθηκε σχεδόν απαράλλακτο σε τρεις διαφορετικές εκδόσεις μέσα σε μιαολόκληρη  δεκαετία, αυτή του ’50 και σε μια υβριδική έκδοση το 1980-81 με λίγα μόλις τεύχη. Ο “Ταρζάν”,  ο “Ταρζάν-Γκαούρ” και ο “Γκαούρ-Ταρζάν” με κάπου λίγα περισσότερα από 200 τεύχη συνολικά, έγιναν περιοδικά-θρύλος κατατροπώνοντας κάθε άλλη απόπειρα ζουγκλικής περιπέτειας, γραμμένη ακόμα και από τον ίδιο τον Ρούτσο, που εξ αυτού του έχει απονεμηθεί και ο τίτλος του εθνικού μας ζουγκλογράφου. Απαιτείται -και θα γίνει προσεχώς- ολοκληρωμένη αναφορά αυτού του περιοδικού ή μάλλον αυτών των περιοδικών, που κατέχουν σημαντικό κομμάτι στην ιστορία του παιδικού λαϊκού αναγνώσματος ελληνικής γραφής.

Ένας γιγαντόσωμος ντετέκτιβ, ο Τζων Γκρηκ
και μια απέραντη ζούγκλα, η ζούγκλα του
Γκαούρ δια θαυμαστού τρόπου χωράνε και
τα δυο στον χαρτοφύλακά του. Ο Νίκος Ρούτ-
ος στα '50 όταν δημιουργούσε τους δυο
δημοφιλείς ήρωές του.

Μέσα στην ίδια δεκαετία, ο Ρούτσος δημιούργησε και τον δεύτερο πασίγνωστο ήρωά του. Τον Ελληνοαμερικανό ντετέκτιβ Τζων Γκρηκ. Πρώτα κυριάρχησε στο ραδιόφωνο σαν εβδομαδιαίο σήριαλ αστυνομικών περιπετειών και κατόπιν"εγραψε ιστορία" και σε έντυπη μορφή.
Στο ραδιόφωνο ο Τζων Γκρηκ ευδοκίμησε και υπήρξε η πιο “hot” ραδιοφωνική εκπομπή της εποχής που μεταδιδόταν. Στο ομώνυμο περιοδικό ο Ρούτσος  έμεινε μόλις  τις 12 πρώτες εβδομάδες από τις 42 που κράτησε η κυκλοφορία του, ενώ μια προαγγελία ότι θα συνέχιζε με τον Ρούτσο, πάλι συγγραφέα στο περιοδικό “Μεγάλο Ελληνόπουλο” δεν προχώρησε, επειδή το περιοδικό αυτό έκλεισε. Ακόμα πιο βραχεία υπήρξε η απόπειρα αναβίωσης του ήρωα τέσσερα χρόνια αργότερα. Οι πληροφορίες σχετικά με τον Τζων Γκρηκ ως  ραδιοφωνική εκπομπή και περιοδικό υπάρχουν στο αρχείο αναρτήσεων του “Δεινοθήσαυρο”, δηλαδή εδώ, ενώ ένα ολόκληρο τεύχος από την δεύτερη εποχή βρίσκεται στη βιβλιοθήκη στο blog “Παραλογοτεχνίας Ανάγνωσμα.”
Να προστεθεί, τέλος, ότι ο Ρούτσος ήταν ο μοναδικός από τους συγγραφείς του είδους της λαϊκής παιδικής λογοτεχνίας, όπου στα περισσότερα από τα αναγνώσματα που έγραψε, στο εξώφυλλο του περιοδικού υπήρχε το όνομά του ως συγγραφέας, καθώς επίσης το ίδιο και στις προαγγελίες των επομένων τευχών ή στις προαγγελίες νέου περιοδικού που επρόκειτο να εκδοθεί.
Χρησιμοποίησε μόνο δύο ψευδώνυμα. Το ένα κατά καιρούς σε διάφορα κείμενά του ως “Νιβιρό” που είναι τα αρχικά του ονοματεπώνυμου του με το πατρώνυμό του ενδιάμεσα, ενώ το δεύτερο μόνο μια φορά και μάλλον για.. πλάκα. Επειδή το… αγγλοειδές  Sost Yorkin  είναι ανάποδη γραφή του “Νικ Ρούτσος” και δεν έπειθε κανέναν ότι επρόκειτο για πραγματικό όνομα. Το χρησιμοποίησε στο “Τζων Γκρηκ” της δεύτερης εποχής του, παρ' ότι σε όλα τα προηγούμενα χρόνια επέμενε να τονίζει με κάθε τρόπο ότι ο ήρωας και οι περιπέτειές του είναι απόλυτα πνευματικό του δημιούργημα.
Έντονα επικοινωνιακός, περισσότερο από ένστικτο παρά από θεωρητική γνώση, στα περιοδικά του που εξέδωσε ο ίδιος, πρόβαλλε σαν κυρίαρχο πρωταγωνιστή το όνομά του. Εγγύηση για το περιεχόμενο και ανέπτυξε σαν δεύτερο ένθετο ανάγνωσμα σε κάθε τεύχος την επικοινωνία του με τους μικρούς αναγνώστες του, γράφοντας ακόμα κι ένα μίνι editorial-ευθυμογράφημα, όπου ο Ποκοπίκο αναφερόταν σε διάφορα θέματα αλληλογραφίας. Προέτρεψε στη δημιουργία συλλόγων-οπαδών των ηρώων του και προκήρυσσε συχνά διαγωνισμούς με αξιοσημείωτα για την εποχή δώρα. Είχε, πράγματι κατορθώσει να δημιουργήσει δεσμό των περιοδικών με τους αναγνώστες και μια οικειότητα απέναντι στον ίδιο. Ήταν ο ""κύριος Νίκος" για τους μικρούς αναγνώστες.


Με τη Σωτηρία Μπέλλου και άλλους στην παρέα.

Στις πολυσχιδείς συγγραφικές/ καλλιτεχνικές του δραστηριότητες σημαντικό κεφάλαιο κατέχει η εμπλοκή του στο λαϊκό τραγούδι, όπου τουλάχιστον 20 γνωστά τραγούδια φέρνουν την υπογραφή του ως στιχουργός με συνθέτες και ερμηνευτές τα μεγάλα ονόματα του ρεμπέτικου και του λαϊκού πενταγράμμου: Βασίλη Τσιτσάνη, Μανώλη Χιώτη, Γιάννη Τατασόπουλο-Ντίλλιγκερ και Σταύρο Τζουανάκο, τη Σωτηρία Μπέλλου, τη Γιώτα Λύδια και άλλους. Παγκόσμια επιτυχία έγινε το “Η μάνα μου με δέρνει” (που είναι και η μουσική δική του, σύμφωνα με την ετικέτα της πρώτης έκδοσης και το οποίο κυκλοφόρησε, όπου υπήρχε ελληνισμός και στις πέντε ηπείρους).
http://www.youtube.com/watch?v=oisVT1Qw4IU
 Πολύ μεγάλη επιτυχία έγιναν ακόμα η “Ντερμπεντέρισσα’’ (΄"Τρέξε μάγκα να ρωτήσεις) σε μουσική του Τσιτσάνη,
http://www.youtube.com/watch?v=OUDOOJq7rro&feature=related
“Η σούστα”, ή “Τα πεταλάκια” με μουσική του Μανώλη Χιώτη,
http://www.youtube.com/watch?v=FCAVTnRTLsg&feature=related
"Απόψε κάνεις μπαμ", (κάποιοι ωστόσο αποδίδουν και τους στίχους, εκτός από τη μουσική, στον Βασίλη Τσιτσάνη
http://www.youtube.com/watch?v=iAzxzBmbzLU
"Έχω να λάβω γράμμα σου", "Ομορφόπαιδο", "Σερσέ λα φαμ", "Γλυκοχαράζει ο Αυγερινός" που και για αυτό ορισμένοι ιστορικοί λένε ότι και η μουσική είναι δική του. Αν δε κάποτε αποδειχθεί ότι οι στίχοι της “Συννεφιασμένης Κυριακής” είναι κι αυτοί δικοί του -δικαστικά έχουν αποδοθεί στον Τσιτσάνη- τότε θα μπορεί να πει κανένας ότι ο Ρούτσος είναι και ο κορυφαίος στιχουργός του λαϊκού-ρεμπέτικου.
Το παράδοξο είναι ότι πολλά τραγούδια του σε αυτό το είδος τραγουδιών δεν τα έχει υπογράψει, απαξιώνοντάς τα με αυτόν τον τρόπο. Ο λόγος ήταν ότι θεωρούσε αυτά τα περιθωριακά τραγούδια δυσφημιστικά για την καριέρα του ως συγγραφέας παιδικών αφηγημάτων.
Τέλος, όσον αφορά στην ιστορία της “Συννεφιασμένης Κυριακής” ολόκληρο το μάλλον άγνωστο παρασκήνιο της συγγραφής των στίχων και της διαμάχης ανάμεσα σε Ρούτσο και Τσιτσάνη θα αποτελέσει το θέμα της επόμενης ανάρτησης.
Ο Νίκος Ρούτσος ολοκλήρωσε τον συγγραφικό του κύκλο, λίγο πριν ολοκληρώσει και τον βιολογικό του. Ήταν σε μια επανέκδοση της τρίτης έκδοσης του "Γκαούρ-Ταρζάν", όπου η συγγραφική του παρέμβαση ήταν στο να προσαρμόσει ορισμένες φράσεις του προ εικοσαετίας αναγνώσματός του πιο κοντά στις επιταγές του πνεύματος που κυριαρχούσε στον τρόπο γραφής παιδικών αναγνωσμάτων στη δεκαετία του ’80. Λιγότερες περιγραφές σκηνών βίας, περισσότερη ευαισθησία για την άγρια πανίδα και γενικά προτροπή για μια συμπεριφορά πιο οικολογική. Το εγχείρημα δεν ευοδώθηκε είτε γιατί είχε παρέλθει η εποχή των αναγνωσμάτων ανεπίστρεπτα προς χάριν των εικονογραφημένων περιοδικών, είτε γιατί φάνταζε ουτοπικός δονκιχωτισμός να επιμένει σε ανάγνωσμα με τη βία να περιορίζεται τη στιγμή που τα περισσότερα από τα ξενόφερτα παιδικά κόμικς τη θεοποιούσαν απροκάλυπτα και στο εξώφυλλό τους.
“Αουουουοααουου!”… Η στεντόρεια κραυγή του Γκαούρ από το ψηλό πέτρινο βουνό του πήρε τον ανήφορο για τα σύννεφα του ουρανού.
Ο “κος-Νίκος” την άκουσε. Χαμογέλασε αχνά “Αουουουοααουου!....Ίσως, το όνομά του θα πρέπει να αρχίζει ή να τελειώνει κάπως έτσι…" σκέφτηκε και  βάλθηκε να συνταιριάξει τα γράμματα για το όνομα που θα έδινε στον νέο του ήρωα. Στον αρχάγγελο με ελληνική καταγωγή, τον αμείλικτο διώκτη των ταξιαρχιών του Κακού. Θα έπρεπε να είναι ένα όνομα που το άκουσμα του να προκαλεί παραλυτικό φόβο στους εχθρούς του… .

ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΩΝ κλπ
ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΡΟΥΤΣΟΥ
Στην παρακάτω εργογραφία του Νίκου Ρούτσου στον χώρο του παιδικού  εντύπου δίνονται και οι απαραίτητες συμπληρωματικές πληροφορίες, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι σε αυτές τις λίγες αράδες θα εξαντληθεί και η παρουσίαση αυτών των περιοδικών, κάτι φυσικά που θα γίνει αργότερα.

Με το όνομα του διάσημου χαρακτήρα που είχε δημιουργήσει ο Έντγκαρ Ράις Μπάρροους σαν κράχτη
ο Ρούτσος έστησε μια δική του ζούγκλα και δικούς του ήρωες. Να σημειωθεί ότι περιοδικό με τίτλο
"Ταρζάν" κυκλοφορούσε εκείνη την εποχή στην Ελλάδα και δανειζόταν πολλά από τα στοιχεία των
βιβλίων του Μπάροους, Ήταν ακόμα άγνωστη η έννοια των πνευματικών δικαιωμάτων στην Ελλάδα,
όσο όμως αφορούσε το τι παίρνανε από άλλους. Αντίθετα, όσα αφορούσαν την προάσπιση των δικών
τους πνευματικών δικαιωμάτων οι ημέτεροι εκδότες και συγγραφείς ήταν ιδιαίτερα απαιτητικοί στην
προάσπισή τους προειδοποιώντας ότι "απαγορεύεται η χρήση του κειμένου ή των εικόνων από άλλους
χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη".



Ο σκέτος "Ταρζαν" απέκτησε και συνέταιρο στον τίτλο τον "Γκαούρ" που από το
πρώτο κι όλας τεύχος της σειράς ως "Παραμύθια Άγκυρας-Ταρζάν" είχε κερδίσει
εκτός από την εύνοια του συγγραφέα και την προτίμηση του νεανικού αναγνωσ-
τικού κοινού δίνοντας μεγάλους αριθμούς κυκλοφορίας στο περιοδικό, που ωσ-
τόσο το εικονιζόμενο είναι ένα από τα τελευταία τεύχη της σειράς, λόγω κάποιας
διαφωνίας του εκδότη με τον συγγραφέα.

Σχεδόν αμέσως μετά τη διακοπή της συνεργασίας Παπαδημητρίου-Ρούτσου ο δεύτερος
προχώρησε σε έκδοση δικού του περιοδικού με τους ήρωες που είχε δημιουργήσει και
για λόγους δυναμικής προώθησής του πρόταξε στον τίτλο-μαρκίζα το όνομα του...
αυτοδημιούργητου Ελληνο-μιγάδα πρωταγωνιστή του, του Γκαούρ.
Η εικονογράφηση ήταν του Byron και του Μποστ εναλλάξ στις εσωτερικές σελίδες
και μόνο του Byron στο δίχρωμο εξώφυλο, που κατά γενική ομολογία ήταν οι καλυτερες
που είχε κάνει.

Στην τρίτη περίοδο της ζωής του το "Γκαούρ Ταρζάν" και πάλι κάτω από τη σκέπη του εκδοτικού οίκου "Άγκυρα"
έφτασε τα 112 τεύχη, δηλαδή κάποια τεύχη παραπάνω από όσα είχε συνολικά από τις δύο προηγούμενες εκδόσεις
του. Δεν υπάρχουν όλοι οι χαρακτήρες που είχαν υπάρξει στο μόνιμο καστ της δεύτερης έκδοσης, ενώ προστέθηκαν
κάποιοι άλλοι. Η εξάδα δε, των βασικών πρωταγωνιστών δεν διαφοροποιήθηκε ούτε στο ελάχιστο στη συμπεριφορά
τους Την εικονογράφηση στο εξώφυλλο στα πρώτα τεύχη την είχε αναλάβει ο Νείρος, που είχε δώσει εξαιρετικές λι-
θογραφίες στην πρώτη έκδοση. Κατόπιν ο Κουκάκης, που έκανε και την εσωτερική εικονογράφηση, ενώ αρχικά την έκα-
νε ο Θέμος Ανδρεόπουλος (όχι στα καλύτερά του ομολογουμένως). Μετά το τέλος της σειράς ακολούθησε ανατύπωσή  της και καμιά 20αριά χρόνια αργότερα έγινε μια απόπειρα αναθεωρημενης επανέκδοσης, που δεν άντεξε στα νέα αναγνω-
στικά ήθη του νεανικού αναγνωστικού κοινού. Την εικονογράφηση της βραχύβιας τέταρτης περιόδου την είχε αναλάβει
Άκης Αβαγιανός.

Στη συνταγή του "Γκαούρ-Ταρζάν" όσο αφορά στο χαρακτηριστικό ζουγκλικό περιβάλλον του
Ρούτσου, αλλά με την επισήμανση ότι πρόκειται για τις γνήσιες περιπέτειες του Ταρζάν. Η κατά-
χραση ξένων πνευματικών δικαιωμάτων σε όλο της το μεγαλείο. Πέρα από αυτό ο Ρούτσος κα-
ταφέρνει για μια ακόμα φορά να φτιάξει μια συναρπαστική ζούγκλα που κράτησε συντροφιά στα
παιδιά για 24 βδομάδες. Από το καστ δεν λείπει, φυσικά, και ο απαραίτητος Έλληνας, ονόματι
Ζαντάβ εικαστική κόπια του Γκαούρ, αλλά τελείως διαφορετικός χαρακτήρας: οξύθυμος και καυ-
γατζής αφήνοντας τον κύριο λόγο στον Ταρζάν.
Εκείνο που επιπλέον εντυπωσιάζει είναι η σύνθεση του διπλού εξωφύλλου (μπρος-πίσω) που θυμίζει
μίνι πόστερ. Byron και πάλι εικονογραφεί εξώφυλλα και εσωτερικές εικονογραφήσεις σε μεγάλα κέ-
φια. Θα υπάρξει σύντομα παρουσίαση του αναγνώσματος.

Υβρίδιο από την ένωση του κλασικού Ταρζάν, του ρουτσικού Γκαούρ (Έλληνόπουλο κι αυτό γαρ χαμένο στη ζούγκλα)
και του concept "μικρών" ηρώων σε περιπέτειες στον χώρο και στον χρόνο. Από τα πιο μακρόβια περιοδικά του είδους
αφού κυκλοφόρησε για 40 εβδομάδες, καθώς τα περισσότερα από αυτά δε ξεπερούσαν τα 24 τεύχη. Δεν το ολοκλήρωσε, όμως ο Ρούτσος. ΄Σταμάτησε τη συνεργασία μετά το 32ο τεύχος, μάλλον γιατί ανέλαβε και πάλι ένα ευθέως ανταγωνιστικό του. Τον τρίτο κύκλο των  περιπετειών του Γκαούρ-Ταρζάν στην "Άγκυρα". Τα οκτώ τελευταία τεύχη τα έγραψε ο Πότης Στρατικής, που μετέφερε τη δράση από τηνΑφρική στις ζούγκλες της αγγλοκρατούμενης Ινδίας!
Για το πώς έγιναν όλα αυτά και κάποια άλλα μπερδέματα στην πλοκή εξαιτίας της αλλαγής συγγραφέα θα τα πούμε στηνπαρουσίαση του περιοδικού προσεχώς.


Ένα κάπως παράξενο και βραχύβιο περιοδικό με τίτλο που παραπέμπει στον fictional κακοποιό "Φαντομάς"δημιούργημα
των Μαρσέλ Αλλαίν και Πιέρ Σουβέστρ το 1911. Το παράξενο έχει να κάνει πρώτα-πρώτα με τον τίτλο του. Ο πρωταγωνιστής του ο Άρης ξενητεμένο Ελληνόπουλο κι αυτό καθώς και οι δυο φίλοι του, ως "ήρως της λευτεριάς και της δικαιοσύνης" που επιγράφει ο υπότιτλός του δεν μπορεί να έχει την παραβατική δράση του Γάλλου μασκοφόρου συνονόματου του, ξέχωρα που το Ελληνόπουλο ονόματι Άρης, δεν είναι μασκοφόρο. Ένα δεύτερο στοιχείο που το διαφοροποιεί από τα υπόλοιπα περιοδικά του είδους και το κατατάσσει μόνο του σε ειδική κατηγορία περιεχομένου είναι ότι θεωρείται το πρώτο παιδικό περιοδικού τρόμου ενίοτε και υπερφυσικού, αλλά αυτό είναι στα γνωρίσματα των κακών ηρώων του Ρούτσου. Και στα οκτώ τεύχη που κράτησε η έκδοσή του εικονογράφος του ήταν ο Κουκάκης.

Το καλύτερο ανάγνωσμα του Νίκου Ρούτσου στον χώρο του λαϊκού παιδικού περιοδικού. Η φαντασία του
συγγραφέα κατάφερε να συνταιριάξει τις συναρπαστικές κουρσάρικες ιστορίες, την επιστημονική φαντασία,
την ελληνοφροσύνη του ήρωα, τους  φαιδρούς χαρακτήρες, μέσα σε ένα λολόκληρο τσούρμο πειρατών,
βγαλμένους πίσω από τον μπερντέ του θεάτρου σκιών, ενώ η δίχρωμη εικονογράφηση, αυτή του εξωφύλλου,
καθώς κι εκείνη των εωτερικών σελίδων είναι από τον Byron σε μεγάλες στιγμές και από τον Μποστ σε ευθύ
ανταγωνισμό ποιότητας.
Πρόκειται για ένα από τα πιο σπάνια περοδικά που αναζητούν οι συλλέκτες των λαϊκών παιδικών φυλλαδίων.


Ο Νίκος Ρούτσος ασχολήθηκε με το να γράψει και σενάρια Καραγκιόζη. Έγραψε αρκετές δεκάδες
σε δύο περιόδους για τις εκδόσεις "Ρέκου", αλλά και για άλλους εκδότες. Οι καραγκιοζοπαίχτες,
ωστόσο τις θεωρούν αναγνωσματικές ιστορίες όχι κατάλληλες να παιχτούν στον μπερντέ.
Δεν είναι κάτι που θα αναλυθεί εδώ. Απλώς, θεωρούμε ότι έχουν σωστά δοσμένους τους χαρακτήρες
του θιάσου (έχει προσθέσει και κάνα-δυο δικούς του) και το γέλιο είναι εξασφαλισμένο με δεδομένο
το χιούμορ του συγγραφέα.
Στην παρούσα εκδοση η εικονογράφηση είναι του Byron, ο οποίος σημειωτέον έχει εικονογραφήσει
κι άλλους καραγκιόζηδες (έχει φτιάξει μάλιστα και ένα κόμικ με Καραγκιόζη σε κείμενα δικά του) και
παρατηρείται ότι ο καθένας τους είναι ελαφρώς διαφορετικός ως φιγούρα από τους άλλους.

Το ίδιο πιο πάνω τεύχος σε επανέκδοση από τον ίδιο εκδοτικό οίκο και πάλι με τον Byron  να εικονογραφεί το εξώφυλλο


Μια ακόμα σπάνια έκδοση που ο Ρούτσος είχε εκδόσει μόνος του με παραμύθια/ Η εικονο-
γράφηση είναι του Μποστ.

Σειρά παραμαμυθιών που έγραψε για τις εκδόσεις Ρέκου με εικονογράφηση Byron.

Σειρά παραμυθιών του με ήρωες εμπνευσμένους από γνωστά κλασικά παραμύθια σε
νέες... παραμυθίες. Επίσης για τις εκδόσεις Ρέκου.


Η δημοτικότητα του Ποκπίκο στο "Γκαούρ Ταρζάν" της δεύτερης περιόδου, οδήγησε τον
Ρούτο να δημιουργήσει ξεχωριστό περιοδικό 16 σελίδων κωμικών πειπετειών με ήρωα
 τον εξωφρενικό φίλο κα βοηθό του Γκαούρ. Φαίνεται, όμως, ότι η δράση του Ποκοπί-
κο που λειτουργούσε καταλυτικά στην ένταση της κανονικής δράσης ήταν πιο αποτε-
λεσματική ως υπαλληλική σχέση στο περιοδικό των Γκαούρ και του Ταρζάν, παρά ως
αφεντικό σε δικό του περιοδικό. Και για αυτό πρόλαβε μόλις οκτώ τεύχη μοναχικής
καριέρας στον περιοδικό τύπο.
Η εικονογράφηση ήταν του Byron.

 


Στον τόμο με τις 16 αυτοτελείς γουέστερν περιπέτειες του εκδοτικού οίκου "Γενικα΄Εκδοτικαί
Επιχειρήσεις" ο Νίκος Ρούτσος έγραψε εναλλάξ με τον Γιώργο Μαρμαρίδη τις οκτώ από αυτές.
Τα σχετικά με το περιοδικό έχουν αναρτηθεί στον "Δεινοθήσαυρο" στην ετικέτα: Παιδικά λαϊκά
περιοδικά", ενώ μία από τις περιπέτειες που έγραψε ο Ρούτσος βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του blog
"Παραλογοτεχνίας Ανάγνωσμα" (http:// paralogotechniasanagnosma. blogspot.com)

Η επιτυχία της ραδιοφωνικής εκπομπής "Οι περιπέτειες του Τζων Γκρηκ" οδήγησε τον Νί-
κο Ρούτσο να δοκιμάσει μια ανάλογη καριέρα και στον παιδικό περιοδικό τύπο για τον δη-
μοφιλέστατο ήρωά του. Τον Ελληνο-αμερικανό ντετέκτιβ Τζων Γκρηκ. Το εγχείρημα το α-
νέλαβαν οι εκδόσεις "Πελαργός", οι οποίες προχώρησαν στην έκδοση του περιοδικού, ενώ
στα ερτζιανά η εκπομπή συνέχιζε το ανά κάθε Πέμπτη ραντεβού της με τους ακροατές του Β'
προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Ωστόσο, η έκδοση συνέπεσε με τη διακοπή συ-
νεργασίας του Ρούτσου με το Ε.Ι.Ρ. αλλά όχι και με τη διακοπή της εκπομπής, την οποία α-
νέλαβε να γράφει, άλλος συγγραφέας, που πάντως προχώρησε σε δομικές αλλαγές της και
πρώτα-πρώτα στην αλλαγή ονόματος του ήρωα, λόγω πνευματικών δικαιωμάτων. Έτσι, το
όνομα του Ρούτσου στο εξώφυλλο του περιοδικού λειτουργούσε, κάπως, σαν κράχτης επιση-
μαίνοντας δυναμικά για το ποιος ήταν ο δημιουργός του χαρακτήρα, ο οποίος είχε κατακτή-
σει τους ακροατές της ραδιοφωνικής επιτυχίας. Η κόντρα του Ρούτσου με την εκπομπή κρά-
τησε κάπου τρεις μήνες. Στο 12ο τεύχος του περιοδικού αποχώρησε και από τη συγγραφή του
έντυπου Τζων Γκρηκ, αλλά κατά πώς φαίνεται κράτησε τα πνευματικά δικαίώματα του ονόμα-
τος "Τζων Γκρηκ", γιατί το περιοδικό συνέχισε να εκδίδετα κανονικά και αμέσως μετά τη δια-
κοπή της κυκλοφορίας του αναγγέλθηκε ότι το νέο στέκι του ήρωα θα ήτα οι σελίδες του πε-
ριοδικού "Το Νέο Μεγάλο Ελληνόπουλο". Η συνεργασία δεν πρόλαβε να υλοποιηθεί, επειδή
το περιοδικό έκλεισε. Στο μεταξύ και η ραδιοφωνική εκπομπή είχε ολοκληρώσει τον κύκλο της.
Η παρουσίαση του περιοδικού "Τζων Γκρηκ" βρίσκεται στο αρχείο αναρτήσεων του "Δεινοθή-
σαυρου".

Μερικά χρόνια μετά την πρώτη περίοδο έκδοσης του Τζων Γκρηκ από τις εκδόσεις
"Πελαργός" ο Ρούτσος θα συνεργαστεί με τις "Γενικές Εκδοτικές Επιχειρήσεις" για
την αναβίωση του ήρωά του. Ο νέος "Τζων Γκρηκ", σε μεγαλύτερο σχήμα από το
σύνηθες μέγεθος τσέπης αυτών των περιοδικών, δεν θα μακροημερεύσει. Μόλις οκ-
τώ τεύχη θα προλάβει να κυκλοφορήσει. Ο απόηχος της ραδιοφωνικής επιτυχίας
φαίνεται πως δεν είχε φτάσει ίσαμε τους νέους αναγνώστες του. Ένα δείγμα του κει-
μένου αυτής της περιόδου βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του blog  "Παραλογοτεχνίας
Ανάγνωσμα" (Π.ΑΝ.)

Πριν από την απόπειρα να αναβιώσει τον "Τζων Γκρηκ" στη δεύτερη περίοδό του,
ο Ρούτσος έγραψε για τις "Γενικές Εκδοτικές Επιχειρήσεις" ένα οκτάτευχο αστυνομι-
κό ανάγνωσμα κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση του Τζων Γκρηκ με ελαφρά παραλλαγ-
μένους τους βασικούς ήρωες. Στην πραγματικότητα ήταν μια προσπάθεια αντιπερισ-
πασμού στο "Τζων Γκρηκ" που συνέχιζε τότε να εκδίδεται από τον άλλον εκδοτικό
οίκο από άλλους συγγραφείς. Το όνομα του Ρούτσου σε περίοπτη θέση στο εξώφυλλο
(πρακτική που δεν είχε γίνει για άλλον συγγραφέα) στον ευθύ ανταγωνισμό οφειλόταν.

Μια ακόμα απόπειρα του Ρούτσου στον χώρο της αστυνομικής παραφιλολογίας, η πρώτη
για την ακρίβεια που δεν ολοκληρώθηκε. Από τα οκτώ πρώτα τεύχη που είχαν προαγγελθεί
ο Ρούτσος έγραψε τα τέσσερα πρώτα κι αυτά ταυτόχρονα με τα τελευταία τεύχη του "Ταρζάν
Γκαούρ" που έγραφε για την "Άγκυρα". Στο 4ο τεύχος, το εικονιζόμενο, υπάρχει ανακοίνω-
ση ότι παύει να γράφει ο Νίκος Ρούτσος το αστυνομικό ανάγνωσμα λόγω κόπωσης.  Ταυτό-
χρονα διακόπηκε και η συγγραφή του Ταρζάν Γκαούρ λόγω διένεξής του με τον εκδότη Πα-
παδημητρίου. Οι λόγοι κόπωσης δεν τον εμπόδισαν να προχωρήσει αμέσως στη δική του
έκδοση του "Γκαούρ-Ταρζάν".

Προσωπική έκδοση του Ρούτσου με εμπορικό τρυκ να αποδώσει μια συλλογή ανεκδό-
των στον γνωστό δημοφιλή κομφερασιέ Γιώργο Οικονομίδη. Μπορεί ωστόσο, να έ-
χει συμβεί, να έγραφε πράγματι ο Ρούτσος για τον Οικονομίδη κάποιες παρλάτες και
ανέκδοτα που θα έλεγε από το πάλκο των βαριετέ όπου παρουσίαζε το πρόγραμμα, αν
και είναι γνωστό πως ο Οικονομίδης, δεινός στιχουργός και χιουμορίστας έγραφε μό-
νος του τα κείμενα που παρουσίαζε. Πάντως είναι γεγονός ότι στη δεκαετία του 60 οι
δυο ταλαντούχοι δημιουργοί συνεργάζονταν αρκετά στενά στον δισκογραφικό τομέα. 

Σατιρικός τύπος που είχε δημιουργήσει ο Ρούτσος και τις περιπέτειές του τις δημοσίευε με μορφή κόμικ στο κεντρικό σα-
λόνι του "Γκαούρ-Ταρζάν" της δικιάς του έκδοσης. Ως όνομα ο Τσιχλιμπόχλης, υπήρξε πολύ γνωστός και έίχε περάσει
στην καθημερινή φρασεολογία για να περιγράφει τύπους ανόητους και γκαφατζήδες. Για αυτό κα μόνο τον λόγο το
κόμικ με τον Τσιχλιμπόχλη συγκαταλέγεται στις επιτυχίες του Ρούτσου.

Ο "Ρωτόκριτος" η μεταγλώττιση στη σύγχρονη καθομιλουμένη γλώσσα του κρητικού
ποιητικού  έπους "Ερωτόκριτος" του Βιτσέντσου Κορνάρου και μάλιστα ακολουθώντας
αυστηρά το πρότυπο τόσο στον στίχο με στίχο, οσο κα ιστο 16σύλλαβο ομοικατάληκτο
μέτρο του, είναι το έργο ζωής του Ρούτσου. Το capo lavoro του, το άλλοθι της λογοτεχ-
νικής του επάρκειας.

Η σελίδα του τίτλου του "Ρωτόκριτου".
Αισθάνομαι υπερήφανος για την τιμή της προσωπικής αφιέρωσης...
Ο "κυρ-Νίκος" των αγαπημένων παιδικών μου αναγνωσμάτων, στον επαγγελματικά
"πιτσιρικά", που μόλις είχε αρχίσει τη δημοσιογραφική του καριέρα.

Χειρόγραφο του Νίκου Ρούτσου πίσω από ένα παλιό... εκλογικό ψηφοδέλτιο με οδηγίες
στον μακτίστα (μπλέ στυλό) και σημειώσεις (κόκκιο στυλό). Ήταν για μια σειρά μικρών
βιβλίων εκπαιδευτικού περιεχομένου. Δεν μου είναι γνωστό, αν εκδόθηκε ποτέ και από
ποιον εκδότη.


Το 1963 ή το 1964 ο Ρούτσος πραγματοποιήσε μια ακόμα πρωτοπόρα ιδέα του. Χτύπησε σε δισκάκι 45 στροφών το πρώτο
τεύχος του "Γκαούρ Ταρζάν" της δεύτερης περιόδου (Μονομαχία Γιγάντων). Ήταν μάλιστα σκηνοθετημένο δραματοποιημένα σαν ραδιοφωνική εκπομπή.
Είχε προσπαθήσει νωρίτερα να το προτείνει για ραδιοφωνική παραγωγή στο πρότυπο του "Τζων Γκρηκ". Δεν τα κατάφερε να τα βρει με το Ε.Ι.Ρ. και σκέφτηκε τον δίσκο, όπου θα θα έμενε επί πλέον και στη δισκοθήκη του ακροατή.
Την παραγωγή την ανέλαβε η Music Box, που λίγο αργότερα χτύπησε σε δίσκο και μια δεύτερη περιπέτεια (Η τραγική παγίδα) που τιτλογραφικά δεν εντοπίζεται στους καταλόγους τευχών.
Δεν πήγε παραπέρα η συνεργασία, αλλά αρκετά χρόνια αργότερα, άλλη δισκογραφική εταιρεία πήρε το δικαίωμα της ανα-
παραγωγής σε δίσκο LP και με τις δύο περιπέτειες στον ίδιο δίσκο μαζί με μια παιδική ιστοριούλα-παραμύθι (Ο ΄Μανωλιός Κουρσάρος). Μάλιστα το project φαινόταν μεγαλεπίβολο, αφού ο δίσκος έφερε τον διακριτικό τίτλο "Βιβλιοθήκη Γκαούρ-Ταρζάν".



Πρόσφατα από τις εκδόσεις Modern Times κυκλοφόρησε σε cd ο πιο πάνω αναφερόμενος LP δίσκος.



Δύο από τα πολλά δισκάκια 45 στροφών με παραμύθια του Ρούτσου που εξέδωσε η δισκογραφική εταιρεία Sonata.

Προσωπική έκδοση του ποιητή και συγγραφέα Νίκου Ρούτσου που κυκλοφόρησε στα μέσα
περίπου της δεκαετίας του '50 και προοριζόταν για απαγγελίες σε σχολικές γιορτές. Είναι απλά
ποιήματα, άλλα ιστορικά, άλλα πατριωτικά, άλλα καθημερινής ζωής, άλλα ηθικοπλαστικά και πολλά χιουμοριστικά.
Αν μη τι άλλο η ανάγνωσή τους με τον εύκολο στίχο, εκτός από ψυχαγωγία, θα μπορούσε να
θεωρηθεί σαν μια εισαγωγή στην στιχουργική.
Ούτε καλύτερα, ούτε χειρότερα από τα κλασικά παιδικά ποίηματα των ανθολογίων και των αναγνωστικών
για τις πρώτες τάξεις του δημοτικού εκείνης της εποχής. Απλώς σε μεγαλύτερη ποικιλία θεματολογίας.


κείμενο-αρχείο οπτικού υλικού: Γιώργος Βλάχος



                                    ΤΕΛΟΣ