Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012

Φίλησε με!

Besame mucho

Η Κονσουέλο -η Κονσουελίτα- Βελάσκες ήταν μια 24χρονη όμορφη μελαχρινή Μεξικάνα πιανίστρια, που εκείνο τον καιρό μην έχοντας υποχρεώσεις στην κρατική ορχήστρα του Μεξικού της οποίας ήταν η σολίστ, έπαιζε πιάνο σε ένα μεξικάνικο εστιατόριο της Νέας Υόρκης. Έπαιζε τραγούδια της πατρίδας της κι ακόμα: τζαζ, σουίνγκ, ταγκό συνοδεύοντας τους πελάτες στο φαγητό τους, αλλά και στο χορό τους στη μικρή πίστα του εστιατορίου.

.Εκείνο το βράδυ στις 18 Νοεμβρίου του 1940 σκέφτηκε να προσθέσει ένα ακόμα τραγούδι στο ρεπερτόριό της, ένα δικό της τραγούδι, που το είχε γράψει, όταν ήταν δέκα πέντε χρονών και δεν είχε ακουστεί, τουλάχιστον δημόσια, ποτέ πριν. Επειδή δεν το είχε προβάρει νωρίτερα με τον τραγουδιστή που τη συνόδευε, θα το τραγουδούσε μόνη της. Λίγο καιρό πριν είχε αρχίσει άλλωστε να κάνει και καριέρα τραγουδίστριας.
Χάιδεψε ελαφρά τα πλήκτρα του πιάνου της. Η εισαγωγή ήταν σύντομη. Δεν θύμιζε στο ρυθμό και στη μελωδία κανένα από τα κομμάτια που συνήθως έπαιζε. Απόσπασε αμέσως την περιέργεια των θαμώνων.
Από το μικρόφωνο μπροστά της ξεπήδησαν οι πρώτες λέξεις του στίχου με την καλλιεργημένη και ελαφρώς κοντράλτα φωνή της. «Μπέσαμε… Μπέσαμε μούτσο…» (Φίλα με, φίλα με πάλι και πάλι..) Λίγο τολμηρός στίχος για την εποχή. Αυτό μεγάλωσε την περιέργεια των πελατών του μαγαζιού. «…Κόμο σι φουέρα έστα νότσε, λα ούλτιμα βες..» (…Σαν να ‘ναι απόψε η τελευταία φορά…» Όλοι, ισπανόφωνοι οι περισσότεροι, είχαν στρέψει τα βλέμματά τους και ολόκληρη την προσοχή τους στην Κονσουέλο Βελάσκες, που έπαιζε στο πιάνο και τραγουδούσε ταυτόχρονα, αυτό το πρωτάκουστο τραγούδι. Ο ρυθμός του θύμιζε κάτι μεταξύ ρομαντικής μπαλάντας και ταγκό, ενώ οι στίχοι του παρέπεμπαν σε μια τρυφερή ερωτική στιγμή.
«…Κε τένγκο μιέδο α περντέρτε, περντέρτε ότρα βες…»  (…Γιατί φοβάμαι να σε χάσω, να σε χάσω άλλη φορά..»

Τα τελευταία λόγια του ρεφραίν χάθηκαν σε αποθέωση από αυτούς οι οποίοι εκστασιασμένοι ήταν οι πρώτοι που άκουγαν το ‘Μπέσαμε, μούτσο’. Ένα τραγούδι, που για εβδομήντα ένα χρόνια από τότε έως σήμερα δεν παύει να είναι το πιο πολυτραγουδισμένο τραγούδι του λατινόφωνου ρεπερτορίου.
Μέσα θύελλα χειροκροτημάτων, ούτε η ίδια η Βελάσκες δεν θυμόταν πόσες φορές της ζήτησε, της απαίτησε το κοινό να το παίξει και να το ξαναπαίξει. Απλώς, από κάποια φορά και ύστερα σταμάτησε να το τραγουδάει η ίδια. Το τραγουδούσαν όλοι οι άλλοι για αυτήν!
Μερικά ζευγάρια το δοκίμασαν στην πίστα και διαπίστωσαν ότι χορευόταν θαυμάσια κάπως μεταξύ ταγκό και σλόου μπλουζ.
Από εκείνο το βράδυ έγινε το υποχρεωτικό και αναπόσπαστο τραγούδι του ρεπερτορίου της Κονσουέλο Βελάσκες. Το όμορφο νεανικό της πρόσωπο ‘εικονογραφούσε’ συνειρμικά στους ακροατές της το ρομαντικό εκείνο κορίτσι των στίχων, που φοβάται μη χάσει τον αγαπημένο της.
Σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα χτυπήθηκε σε δίσκο με πρώτο ερμηνευτή τον συμπατριώτη της Εμίλιο Τουέρο Κουμπίλιας, αλλά η ερμηνεία του Λούτσο Γκατίκα ήταν, που το εκτόξευσε στα ‘χιτ’ του διεθνούς τοπ τεν. Κατόπιν συμπεριλήφθηκε στο ρεπερτόριο και άλλων τραγουδιστών, ενορχηστρώθηκε για μπάντα, διασκευάστηκε και σε άλλους ρυθμούς της εποχής και μεγάλα ονόματα του πεντάγραμμου το τραγούδησαν είτε στα ισπανικά, είτε στη γλώσσα τους, αφού έχουν μετρηθεί μεταφράσεις του σε 32 τουλάχιστο γλώσσες, αν και για την ακρίβεια δεν είναι όλες μεταφράσεις, αλλά διαφορετικοί στίχοι πάνω στην ίδια μουσική… Ανάμεσά τους: ο Έλβις Πρίσλεϋ, οι Μπήτλς (αυτοί σε τέσσαρις διαφορετικές εκτελέσεις), η ορχήστρες του Μαντοβάνι, και του Φαούστο Παπέτι, Νταλιντά, Πλάσιδο Ντομίνγκο, Χοσέ Καρέρας, Σελίν Ντιόν, Μιρέιγ Ματιέ, Νατ Κινγκ Κόουλ, Ρισάρ Κλαϊντερμάν, Σαρλ Αζναβούρ, Εντίθ Πιάφ, Χούλιο Ιγλεσίας, Φράνκ Σινάτρα, Φράνκι Λέιν, Σεζάρια Εβόρα, Σαρίτα Μοντιέλ, Τρίνι Λοπέζ, Ντιν Μάρτιν, Νάνα Μούσχουρη, Τίνο Ρόσσι, Πλάττερς  και δεκάδες άλλοι.
Από την άλλη μεριά υπήρξε τμήμα της μουσικής επένδυσης σε μεξικάνικες ή άλλες ξένες κινηματογραφικές ταινίες, όπως: ‘Μεγάλες Προσδοκίες’, ‘Αριζόνα Ντρημ’, ‘Η Μόσχα δεν πιστεύει στα δάκρυα’, ‘Naked Gun 2½’, ‘Η Γεύση του Φόβου’, ‘Το Χαμόγελο της Μόνα Λίζα’ και σε άλλες.Σύμφωνα με τον ΒΜΙ τον Οργανισμό που μετράει τη συχνότητα εκτελέσεων στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα των ΗΠΑ, το ‘Μπέσαμε μούτσο’ μεταδόθηκε πάνω από δύο εκατομμύρια φορές από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, μόνον στις ΗΠΑ, στο διάστημα 1941 (πρώτη εγγραφή σε δίσκο) έως τον Ιανουάριο του 2005 που η Κονσουέλο Βελάσκες πέθανε. Δηλαδή κατά μέσον όρο 85 φορές την ημέρα σε διάστημα 64 χρόνων!. Πιθανώς ρεκόρ Γκίνες, χωρίς να μετρηθούν και οι εκτελέσεις του από ραδιοφωνικούς σταθμούς όλων των χωρών του κόσμου.
Το 1991το τραγούδι, το μοναδικό μεξικάνικο τραγούδι που ανέβηκε στην κορυφή του αμερικανικού hit parade και παρέμεινε εκεί για δώδεκα ολόκληρες εβδομάδες, ανακηρύχθηκε ως το ‘τραγούδι του αιώνα’ σε ειδική εκδήλωση στο Μαϊάμι της Φλόρντα, ενώ στο μεταξύ είχε αποφέρει στη Βελάσκες εκτός από χρήματα και φήμη και κάμποσα βραβεία και διακρίσεις.

Κάποτε, σε μια συνέντευξή της, η Βελάσκες ρωτήθηκε, ποια ήταν τα ερεθίσματα που την ενέπνευσαν, αποσκοπώντας ο δημοσιογράφος να βγάλει, μάλλον, κάποια πικάντικη λεπτομέρεια δεδομένου ότι ήταν γνωστό ότι η Βελάσκες το είχε γράψει σε ηλικία 15 χρονών. Αυτή, τότε, με αφοπλιστική ειλικρίνεια του ομολόγησε, ότι η έμπνευσή της δεν προερχόταν από κάποια προσωπική της εμπειρία, αφού στην ηλικία που το έγραψε δεν είχε ακόμα γευτεί ερωτικό φιλί. Γιατί, όπως είχε ακούσει από το αυστηρό ηθών καθολικό περιβάλλον της στην πόλη Γκουσμάν, που μεγάλωνε, το φίλημα θεωρούταν σοβαρό αμάρτημα για την ηλικία της. Η έμπνευσή της ήταν προϊόν φαντασίας, όπως η ίδια το είχε χαρακτηρίσει. Απλώς είχε υπάρξει κάποιος έμμεσος επηρεασμός από ένα μουσικό κομμάτι, το ‘Κουέχας’ (Παράπονα), από σουίτα του Ισπανού συνθέτη Ενρίκε Γκρανάδος που είχε γράψει το 1911 και αργότερα, το 1916, συμπεριλήφθηκε ως ‘Η άρια του αηδονιού’ στην όπερά του με τον ίδιο τίτλο. Γενικά, ο Γκρανάδος ήταν ο συνθέτης που την είχε επηρεάσει καταλυτικά σε ολόκληρη τη συνθετική της καριέρα.
Και λίγα λόγια για τη Κονσουέλο Βελάσκες


Η Κονσουελίτα στα μέσα της δεκαετίας του '30, όταν έγραψε και συνέθεσε το πιο διάσημο τραγούδι του λατινοαμερικάνικου ρεπερτορίου
 Η Κονσουέλο Βελάσκες Τόρρες (21 Αυγούστου 1916- 22 Ιανουαρίου 2005) ήταν Μεξικανή πιανίστρια σε κονσέρτα κλασικής μουσικής και τραγουδοποιός. Άρχισε να μαθαίνει πιάνο σε ηλικία τεσσάρων χρονών και έγινε δασκάλα πιάνου στα 17 της χρόνια. Έπαιξε μπροστά σε κοινό μόλις έξι χρονών και θεωρήθηκε εξαιρετικό ταλέντο. Πράγμα που φυσικά επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά.

Σολίστρια στην εθνική συμφωνική ορχήστρα του Μεξικού.

Την επαγγελματική της καριέρα ως σολίστ στην Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα του Μεξικού την ξεκίνησε ερμηνεύοντας κλασικό ρεπερτόριο σε ζωντανά κονσέρτα και σε ηχογραφήσεις. Παράλληλα έγραφε στίχους και μελοποιούσε τραγούδια είτε με λατινοαμερικανικά μοτίβα (‘Αμάρ υ βιβίρ’, ‘Βερδάδ Αμάργα’) είτε σε ρυθμούς της εποχής, που ορισμένα από αυτά γνώρισαν αρκετή επιτυχία, αλλά κανένα ωστόσο του ‘Μπέσα με, μούτσο’. Θεωρείται η πιο διάσημη Μεξικανή τραγουδοποιός. Το ‘Μπέσα με μούτσο’ φτάνει από μόνο του για αυτόν τον χαρακτηρισμό.
Ασχολήθηκε ακόμα με τον συνδικαλισμό και την πολιτική, όπου εκλέχτηκε από την μεν πρώτη της δραστηριότητα πρόεδρος της Εταιρίας Μεξικανών Συνθετών και αντιπρόεδρος της Διεθνούς  Συνομοσπονδίας Συγγραφέων και Συνθετών, ενώ από τη δεύτερή της δραστηριότητα εκλέχτηκε γερουσιαστής στο Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών του Μεξικού (1979-1982). Πέθανε σε ηλικία 88 χρονών συνέπεια επιπλοκής αναπνευστικών προβλημάτων εξ αιτίας των οποίων νοσηλευόταν από τον Νοέμβριο του 2004 έως τον θάνατό της.

Παραθέτουμε τους στίχους του τραγουδιού με την επισήμανση ότι στα σημεία όπου η μετάφραση δεν είναι κατά λέξη, οφείλεται στο ότι δόθηκε βάρος στο νόημα και όχι στην κατά λέξη απόδοση. Το ρεφραίν αντικαταστάθηκε από μια δεύτερη εκδοχή ρεφρέν (perderte otra vez) που πιστεύεται ότι είναι πιο αυθεντική από την επικρατούσα για την τήρηση των κανόνων στη σύνθεση τραγουδιού, η οποία είναι η επωδός στα κουπλέ (perderte despuès).


ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ

Από τις εκατοντάδες ερμηνείες του τραγουδιού και από ισάριθμους ερμηνευτές ξεχωρίζω και με αυτήν την αξιολογική σειρά, ως καλύτερη την ερμηνεία της Μεξικάνας Σουζάνα Σαμπαλέτα, γιατί και ας μη ξέρει κάποιος ισπανικά νιώθει το νόημα του στίχου. Σε κάνει να νομίζεις πως το λέει σε σένα. Η φωνή της καθαρή, δυνατή πότε ο στίχος με μια μακρόσυρτη ανάσα και πότε με ανάσα κοφτή, λαχανιαστή, πότε χρωματίζεται από πάθος παράφορο, πότε ικετευτική, πότε επιτακτική, πότε με απόγνωση ‘σαν να είναι η τελευταία φορά’.

http://www.youtube.com/watch?v=WzKJKi7JCQ4&feature=related

Κατόπιν, ξεχωρίζω την ερμηνεία της μοναδικής Νταλιντά. Η παρουσία της αισθαντικής Γαλλίδας τραγουδίστριας στο συνοδευτικό φιλμάκι από το You Tube μας μεταφέρει νοερά σε παρισινή ρεβύ πίστας στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Ενδιαφέρουσα είναι επίσης και το ότι το αποδίδει με γαλλικούς στίχους. Έτσι κι αλλιώς η γαλλική γλώσσα, νομίζω, ότι είναι η πιο ερωτική, τουλάχιστον όταν ακούγεται από μια Νταλιντά ή μια Πιάφ.

 http://www.youtube.com/watch?v=Qicy7tuH3YE
Τρίτο ξεχωρίζω το φιλμάκι με την ίδια τη Βελάσκες να το παίζει στο πιάνο το 1968, όπως το είχε πρωτοπαίξει 28 χρόνια πριν.

http://www.youtube.com/watch?v=iibS5UW1O5Y

Κατόπιν τις Σεζάρια Εβόρα και τη Μίνα, γιατί είναι η Σεζάρια Εβόρα και η Μίνα.

Σεζάρια Εβόρα http://www.youtube.com/watch?v=Esdl_3kKSBk&feature=related
Μίνα http://www.youtube.com/watch?v=M9aJ4QB-NQU&feature=related

Παρ’ όλο ότι πουθενά στον στίχο του τραγουδιού δεν γίνεται αντιληπτό, αν τα λόγια ανήκουν σε άντρα ή σε γυναίκα, δημιουργείται η αίσθηση, πως είναι γυναίκα, πράγμα που αυτόματα μειώνει την κάθε προσπάθεια άντρα ερμηνευτή να μεταδώσει το πάθος του τραγουδιού και ας το έχουν ερμηνεύσει ο Μποτσέλι, ο Ντομίνγκο, ο Σινάτρα, ο Νατ Κινγκ Κόουλ, ο Πρίσλεϋ, οι Μπητλς και ο Τίνο Ρόσσι κλπ. Κρατάω από τους άντρες διάσημους ερμηνευτές του τραγουδιού τον Τίνο Ρόσσι, τον πρώτο ίσως ερμηνευτή του στην Ευρώπη (1945), που με τη ζεστή καλλιεργημένη φωνή του σε μεταφέρει, θες δεν θες, στο μουσικό κλίμα της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας και μια ερμηνεία του Αντρέα Μποτσέλι. Αφενός και γιατί προσωπικά μου αρέσει ο Μποτσέλι ό,τι κι αν έχει τραγουδήσει, αλλά και γιατί το φιλμάκι που δανείστηκα από το You Tube είναι τόσο τρυφερά πρωτότυπο σχετικό με το θέμα.
Τίνο Ρόσσι http://www.youtube.com/watch?v=2ZSADBhXBm4&feature=related
Σας συνιστώ όλες τις εκδοχές. Όσες φορές κι αν το ακούσετε, δεν θα το βαρεθείτε!

Η ιστορία του τραγουδιού  "Besame mucho" φιλοξενήθηκε πρώτη φορά στην ιντερνετική/ηλεκτρονική εφημέριδα My Bonjour (http://mybonjour.gr/)  του καλού μου φίλου Χρήστου Σούπου τον Νοέμβριο του 2011.

Και επειδή, όπως θα έχετε καταλάβει ο Dino είναι ΚΑΙ πλακατζής να και μια διασκευή του, που σκάρωσε για να περνάει η ώρα, τώρα που η ώρα του (αναγκαστικά, θα έλεγα) δεν ισούται με χρηματικό αντίτιμο κατά το κοινώς «ο χρόνος είναι χρήμα».








Πέτα με, πέτα με, μούτσο
κοίτα παντού στα σκουπίδια
κι άλλη ψάξε και βρες

Πέτα με, πέτα με, μούτσο
σαν να ‘μαι της ζωής σου σκουπίδι
κι ας μ’ αγάπαγες χτες.

Πέτα με, πέτα με, μούτσο
κοίτα παντού στα σκουπίδια
κι άλλη ψάξε και βρες

Πέτα με, πέτα με, μούτσο
σαν να ‘μουν κάποιο παιχνίδι
που πια δεν το θες.

Η όμορφη νύχτα, θυμάσαι,
την πρώτη μαζί σου φορά
ανάμνηση είναι παλιά.

Μούτσο, κι αν θέλεις να ξέρεις, 
ούτε κι εγώ να κουρνιάζω 
το θέλω σε κρύα αγκαλιά. 

Πέτα με, πέτα με, μούτσο
κοίτα παντού στα σκουπίδια
κι άλλη ψάξε και βρες.

Πέτα με, πέτα με, μούτσο
σαν να ‘μουν κάποιο παιχνίδι
που πια δεν το θες.

Πέτα με, πέτα με, μούτσο
σαν να ‘μαι της ζωής σου σκουπίδι
κι ας μ’ αγάπαγες χτες.

Σαν να ‘μαι της ζωής σου σκουπίδι
κι ας μ’ αγάπαγες χτες.

Φιλάκια!!!!

Χάρτινα φιλιά σε πρώτο πλάνο


Δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτό το αφιέρωμα-μαμούθ για το φιλί και κάτι σχετικό με τα κόμικς, που έτσι κι αλλιώς είναι στα εντός έδρας θέματα του Dino. Πώς προέκυψε σαν ιδέα;
Στα παλιά εκείνα λευκώματα των κοριτσιών, όπου τα έδιναν σε συμμαθήτριες και συμμαθητές για να απαντήσουν σε κάποιες γλυκανάλατες ερωτήσεις με απαντήσεις κοινότυπες ευφυολογίες κλεμμένες συνήθως από λαϊκά ημερολόγια του τοίχου και Καζαμίες, στην κλασική ερώτηση: "Τι εστί φιλί;" οι έντεκα στις δεκά φορές απάντηση ήταν: "Ο ασπασμός των αγγέλων προς τα άστρα". Το θυμάμαι, γιατί μια φορά που μια συμμαθήτριά μου έκανε το λάθος να δώσει και σε μένα το λεύκωμά της για να απαντήσω, είχα γράψει: "Θέλεις να σου δείξω;" Με μαρτύρησε στον δάσκαλο για... σεξουαλική παρενόχληση και μου σουτάρησε ο δικός σου μια αποβολή άνευ αποδοχων!.. Τότε εγώ, μάζεψα μερικά κόμικς αμερικάνικα και της τα έστειλα (με άλλη συμμαθήτριά μας. Όλα είχαν είτε στο εξώφυλλο ή σε κάποιο καρέ μέσα μια σκηνή φιλιού. Το σημείωμα που τα συνόδευε ήταν μόλις μια αράδα: "Αυτό εννοούσα "αν ήθελες να σου δείξω" . Εικόνες από τα κόμικς".
Το βρήκα διασκεδαστικό, και κατόπιν τούτου, να αρχίσω να τσεκάρω μέσα στα κόμικς εικόνες και να ομαδοποιώ διάφορες σκηνές. Άλλες με ινδιάνους, άλλες με τανκς, άλλες με σπαθιά. Όχι, με φιλιά δεν μάζευα. Τώρα κάθισα κι έψαξα. Πρόχειρα. Για την τιμή των όπλων.



Σούπερζήλιες!

Καλέ, ο Superman δεν είναι αυτός με την Wonder Woman που πετάνε στον
έβδομο ουρανό και Τζίμμυ Όλσεν με την Λόις; Εντάξει, δεν συμβαίνει ΄και
τίποτα. Φλερτάρουν στο πάρτυ της DC για τα 50 της χρόνια, το 1985.

Ωραίο παιδί ο ξυλουργός. Πάλι καλά που το κατάλαβε.

Ευγνώμων η κυρία προς τη γιάτρισσα που με δική της  μέθοδο γιάτρψε τον άντρα της από τις σεξουαλικές του φοβίες.
Προχωρημένα πράγματα διβάζανε τα αμερικανάκια στη δεκαετία του '60. Την ίδια εποχή τα ελληνάκια τι διάβαζαν;

Περιοδικό με εικονογραφημένα μαθήματα φλερτ και σχέσεων για κολεγιόπαιδες την εποχή
του ροκ 'ν' ρολ,  και του τσα-τσα (1957) με μόλις 10 σεντς τιμή.




Και δεν του φαινόταν για τέτοιος τύπος. Αλλά έχει και συνέχεια!

Ιδού το πρώτο καρέ στην ιστορία των κόμικς, όπου
φιλιούνται μαύρος με λευκή. Ντοκουμέντο!
 

....Και ιδού το πρώτο φιλί του καρδιοκατακτητή Άρτσι σε
έγχρωμη κιθαρίστρια του συγκροτήματος "Τα κορίτσια
με την κιθάρα.
 

Τι; Ο Σούπερμαν τα είχε φτιάξει και με την
Wonder woman στα τεύχη της Silver Age;
 
Μα, όπως φαίνεται ο δεσμός τους κρατούσε και στη δεκαετία του '80!


Και μετά προσπαθεί να δικαιολογηθεί στη Λόις Λέιν!

Αλλά μετά κρυφό ραντεβού στον παγωμένο πλανήτη με την κρυφή του αγάπη.

Μα, να κι ο Batman  με την Black Canary!
Ουπς! Κι ο μικρός ο Ρόμπιν στα ίχνη του προστάτη του;


Εδώ παραδόθηκε ο Σπίριτ δέσμιος (κυριολεκτικά) στα θέλγητρά της!

Περιπαθής ασπασμός του Black Adam και της Αιγύπτιας Ίσιδας υπό το
βλέμμα της οικογενείας Μάρβελ.

Διαβολικό φιλί

Φιλικές συναλλαγές



Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012

ΛΙΜΝΟΥΠΟΛΗ, Η ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΟΥ ΝΤΙΣΝΕΪΚΟΥ DUCK UNIVERSE



Ιστορικό-γεωγραφική προσέγγιση (!) 
της πιο γνωστής πόλης στον χάρτινο κόσμο των κόμικς

  Ακούγεται, ίσως, παράξενο μια πόλη που δημιουργήθηκε στη φαντασία κάποιων σεναριογράφων και εικονογράφων κόμικς, απλώς και μόνο για να υπάρχει περιβάλλον στη δράση των ηρώων τους -φανταστικοί κι αυτοί- να έχει “βιογραφικό” και μάλιστα τόσο πλούσιο, λες και είναι μια πόλη του πραγματικού τρισδιάστατου κόσμου. Ή μήπως είναι;

  Την απάντηση την δίνουν σοβαροί ερευνητές της ιστορίας της 9ης Τέχνης, που με έναυσμα την επική βιογραφία του Σκρουτζ Μακ Ντακ από τον Keno Don Hugo Rosa ασχολήθηκαν και κατέγραψαν όλα εκείνα τα σκόρπια στοιχεία στις παπιοϊστορίες του Καρλ Μπαρκς, αλλά και στις τεκμηριωμένες προσθήκες του Ντον Ρόσα, που θα μπορούσαν να αποδείξουν ότι η Λιμνούπολη είναι μια πόλη του υπαρκτού κόσμου!
Δεν το πιστεύετε;
Δεν έχετε, λοιπόν, παρά να συνεχίσετε παρακάτω… Όλα τα στοιχεία θα σας είναι γνώριμα αν έχετε διαβάσει κάποιες από τις ιστορίες του Ντόναλντ και του Σκρουτζ, όπου το σημείο αναφοράς της περιπέτειάς του είναι η Λιμνούπολη.

  Πόσες είναι οι πολιτείες που συγκροτούν το ομοσπονδιακό κράτος των ΗΠΑ; Πενήντα, λέει η Γεωγραφία.
  Λάθος, είναι 51!
  Αν η Γεωγραφία… διάβαζε τις περιπέτειες του Ντόναλντ, θα ήξερε, ότι μέσα στα όρια των ΗΠΑ υπάρχει ακόμα μια πολιτεία· η Καλισότα!
  Ενσωματώθηκε στις ΗΠΑ το 1952, δηλαδή πολύ πριν ενσωματωθούν η Αλάσκα και η Χαβάη το 1959. Για επιβεβαίωση της πληροφορίας σας παραπέμπουμε στην ιστορία του Μπαρκς  The Gilded Man” (περιοδικό  Four Color #422, Σεπτέμβριος 1952, ή στο 2ο τεύχος του ημετέρου “Κόμιξ” (1988), καθώς και στο 11ο και τελευταίο κεφάλαιο του κατά Ρόσα “Βίου και Πολιτείας του Σκρουτζ Μακ Ντακ” που έχει τίτλο “Το βαμπίρ της Καλισότα”.
Την πολιτεία Καλισότα, χωρίς πολλές λεπτομέρειες αναφοράς, τη δημιούργησε ο Καρλ Μπαρκς προκειμένου να δώσει και γεωγραφική υπόσταση στο παπιοσύμπαν που δημιουργούσε για λογαριασμό της εταιρίας Ντίσνεϋ. Ο Ντον Ρόσα, κατόπιν, προσέθεσε γεωγραφικά και πολιτιστικά στοιχεία βασιζόμενος στα στοιχεία που είχε παραθέσει για αυτήν ο Μπαρκς.

 
Αριστερά ο χάρτης σύμφωνα με τα δεδομένα του Μπαρκς και δεξιά ο ίδιος χάρτης με τα δεδομένα του Ρόσα. Παρά το γεγονός ότι σε γενικές γραμμές οι δυο παπιάνθρωποι συμφωνούν ότι η Καλισότα καλύπτει μέρος της Καλιφόρνιας, δείχνει να μην έχουν την ίδια άποψη για το πού ακριβώς βρίσκεται. Μεταξύ Μοντερέι και Λος Άντζελες τη θέλει ο εμπνευστής της. Να καλύπτει το βόρειο μέρος της πολιτείας της Καλιφόρνιας θέλει ο συνεχιστής των ιστοριών του. Τοποθετεί μάλιστα το Ντάγκμπουργκ, εκεί που ο Μπαρκς τοποθετούσε μια άλλη fiction πόλη. Την Εούρεκα.

Στον “χάρτη” φαίνεται να καλύπτει χοντρικά τη Βόρεια Καλιφόρνια με κλιματολογικές συνθήκες ωστόσο, που ποικίλλουν, αφού όχι σπάνια οι εντός των ορίων της Καλισότα κάποιες ιστορίες των Ντακ  εξελίσσονται σε χιονισμένο ντεκόρ.  Και για αυτό μάλλον η ονομασία της είναι σύνθεση της ηλιόλουστης Καλιφόρνιας και της χιονοσκέπαστης Μινεσότας.

O 51χρονος, σήμερα, Γερμανός ντοναλντιστής Jürgen Wollina εκπόνησε έναν λεπτομερή χάρτη της Λιμνούπολης πάνω στον οποίον δούλεψε 13 ολόκληρα χρόνια από το 1994 έως το 2007. Αφού διάβασε τις εκατοντάδες ιστορίες που έγραψε ο Καρλ Μπαρκς από το 1942 έως και το 1966 οπόταν ο παπιάνθρωπος συνταξιοδοτήθηκε, συμπλήρωσε τις πληροφορίες του για την πόλη των παπιών διαβάζοντας ακόμα και τις ιστορίες του Ντον Ρόσα, καθώς και των άλλων γνωστών παπιογράφων. Στον λεπτομερέστατο χάρτη της “Εντεχάουζεν”, όπως λεγόταν μέχρι πρότινος στα γερμανικά η Λιμνούπολη σημείωσε όλα τα γνωστά σημεία της πόλης: τις κατοικίες του Ντόναλντ, της Νταίζης, το χρηματοκιβώτιο του Σκρούτζ, το ανάκτορο του Ρόμπαξ, το εργαστήριο του Κύρου, τη φάρα της γιαγιάς κλπ. Επίσης ονομάτισε τους δρόμους στο ρυμοτομικό και πολεοδομικό σχέδιο που η φαντασία του ίδιου δημιούργησε, τοποθέτησε σε ακριβή σημεία τις γέφυρες του ποταμού, τον σιδηροδρομικό σταθμό, τα αγάλματα και τα μνημεία, τη λέσχη των ζαπλούτων, το ταχυδρομείο, την αστυνομία, το δημαρχείο, το μουσείο και όλα τα υπόλοιπα σημεία και αξιοθέατα που έχουν αναφερθεί στις σελίδες του Μπαρκς.

Συχνά, πάντως οι πιο επιφανείς από τους κατοίκους της Καλισότα, δηλαδή ο Σκρούτζ με τον ανιψιό του τον Ντόναλντ και τα τρία μικρανίψια του, αφήνουν τον παράλληλο χάρτινο κόσμο τους και βγαίνουν στον πραγματικό κόσμο, όπου τότε η περιπέτεια είναι εγγυημένη σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της γης, ενίοτε και του διαστήματος ή της τετάρτης χωροχρονικής διάστασης.
Πρωτεύουσα της Καλισότα δεν είναι άλλη από το Ντάκμπουργκ, τη θρυλική Λιμνούπολη, όπως τη ξέρουμε εδώ και 45 χρόνια από το περιοδικό “Μίκυ Μάους” και τα παρακλάδια του, ενώ στο προ του “Μίκυ Μάους” περιοδικό “Γέλιο και Χαρά” λεγόταν Ντάκμπουργκ, όπως την είχε ονοματίσει ο Μπαρκς.  
       Τηλεοπτική εκδοχή της Λιμνούπολης-Ντάκμπουργκ, όπως εμφανιζόταν στη σειρά Duck Tales.
 
 Μέσα στα όρια της πολιτείας σημειώνονται ακόμα τρεις πόλεις : η δεύτερη σε μέγεθος πόλη της  Καλισότας και εμπορικό κέντρο της πολιτείας, η Χηνούπολη (Goosetown), η Σπούνβιλ και το Μάουστον. 

Όταν το 1902 ο Σκρουτζ ολοκλήρωσε την ανέγερση του χρηματοκιβωτίου του-
θησαυροφυλάκιο, η Λιμνούπολη-Ντάκμπουργκ ήταν  ακόμα μια μικρή
ειδυλλιακή πόλη με λιγοστούς και πρόσχαρους κατοίκους.
 Αναφορές για αυτές υπήρξαν μόνο αρκετά παλιά, ενώ πλέον τα ονόματα αυτά δεν σημαίνουν τίποτα, αφού δεν αναφέρονται, ενώ το Μάουστον εικάζεται ότι είναι το Μϊκυ Σίτι σήμερα. Μια τέταρτη, η Σαιν Κανάρ ταυτίζεται με την Λιμνούπολη στα καρτούν της σειράς Duck Tales (Παπιοϊστορίες).
 Ασήμαντη κι ανώνυμη στη δεκαετία του ’30, η Λιμνούπολή αποσχίστηκε από το παλαιότερο Μίκυ Μάους Universe, όταν ανέλαβε ο Μπαρκς τις ιστορίες των παπιών και αύξησε τον πληθυσμό της με χαρακτήρες που δεν είχαν καμιά επαφή με χαρακτήρες που κινούνταν στα όρια του Μίκυ Σίτι (Mouseville αρχικά και Moustone κατόπιν), αν και οι βασικοί ήρωές τους συναντήθηκαν αρκετές φορές μετά σε κάποια γιορταστικά cameos, κυρίως σε καρτούν και ευχετήριες κάρτες.
Αν και η πρώτη αναφορά της Λιμνούπολης, από τον Καρλ Μπάρκς, γίνεται πάνω σε μια χιλιομετρική πινακίδα στο 49ο τεύχος του περιοδικού Walt Disneys  Comics and Stories (Σεπτέμβριος 1944), βαστάει τις ρίζες της στα μικρά μήκους φιλμάκια του Ντόναλντ Ντακ και στις Silly Symphonies, καθώς και στα εφημεριδιακά στριπς των Osborne και Taliaferro.

Ο ήλιος δύει στον ορίζοντα... Μια νέα πόλη ανατέλλει πάνω
σε μια πινακίδα κατεύθυνσης 

Κατόπιν, στις συχνές ονομαστικές αναφορές της σε πολλές ιστορίες, το παζλ της ιστορίας της σχεδόν ολοκληρώθηκε.
Σας παρουσιάζουμε την ιστορική της πορεία από την ίδρυσή της ίσαμε εκεί που τη φτάνει ο Ντον Ρόσα στη βιογραφία του Σκρουτζ...








Η Λιμνούπολη σε εικόνα του Μπαρκς το 1947. Είναι ήδη μια
πυκνοκατοικημένη πόλη με τον σκοτεινό όγκο του θησαυρο-
φυλακίου του Σκρουτζ να πυργώνεται επιβλητικά κάπου στο
μέσο του πολεοδομικού συγκροτήματός της.
Η σημερινή πόλη άρχισε να απλώνεται γύρω από ένα οχυρό και ως τα 1900 ήταν μια μικρομεσαία αγροτική επαρχιούπολη. Οι κατοπινές απεικονίσεις την θέλουν σαν μια μεγαλούπολη 300-400.000 κατοίκων που η δομή της παραπέμπει σε Νέα Υόρκη , σε Λος  Άντζελες ή σε Σικάγο. Διαθέτει ένα απέραντο πάρκο, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του νεοϋροκέζικου  Σέντραλ Παρκ, για  κυριακάτικο πικ νικ εντός των τειχών. Τη διασχίζει ποτάμι ανάλογης φήμης του Σηκουάνα και του Τάμεση για ρομαντικές βαρκάδες. Έχει τα μουσεία της, σε μερικά από τα οποία εργάστηκε ο Ντόναλντ και υπήρξαν η αφετηρία για κάποιες από τις πιο μεγάλες περιπέτειες της οικογένειας των Ντακ, έχει το διαστημικό της κέντρο, από όπου άρχισαν άλλες περιπέτειες κλπ.

Πικ-νικ στο καταπράσινο πάρκο της Λιμνούπολης με ολόκ-
ληρο τον θίασο επί σκηνής να διασκεδάζει ανέμελα.
 Η επιχειρηματικό-οικονομική της δραστηριότητα σκρουτζοκρατείται, αφού το πλουσιότερο παπί του κόσμου ελέγχει σχεδόν τα πάντα στην πόλη. Τράπεζες, μεταφορικά μέσα, μέσα μαζικής ενημέρωσης, εστιατόρια, σούπερ μάρκετ, βιοτεχνίες, γραφεία κλπ.
Ένα πράγμα μονάχα δεν ελέγχει το πολυπράγμον παπί. Τη Λέσχη των υπερζαπλούτων της Λιμνούπολης. Αντίθετα, τα επιφανή μέλη της σνομπάρουν άγρια τον Σκρουτζ και με την βία τον ανέχονται ως μέλος της λέσχης, όσο και αν αυτός προσπαθεί με εντυπωσιακά εγχειρήματα να καταξιωθεί στην εκτίμηση των οικονομικά υποδεεστέρων αυτού συναδέλφων του.


Χαρούμενο καλοκαιριάτικο πρωινό στις γειτονιές της Λιμνού-
πολης. Παρ' όλα αυτά από το πλάνο δεν λείπει το σύμβολό
της. Το θησαυροφυλάκιο του Σκρουτζ. Επικυριαρχεί στην
πόλη, έστω κάπως διακριτικά από την πάνω δεξιά γωνία.
Πάρα πέρα είναι απλώνονται τα γραφικά και ήρεμα προάστια με τις μονοκατοικίες, το πολύ διώροφες με περιποιημένους κήπους και δρόμους χωρίς μποτιλιάρισμα. Σε ένα προάστιο ζει ο Ντόναλντ με τα ανίψια του, πλάι στον αντιπαθητικό γείτονά του κύριο Τζόουνς, σε άλλο η Νταίζη χωρίς τις ανιψιές της, σε ένα τρίτο ο σοφός παντογνώστης Λούντβιχ φον Ντρέικ, απευθείας μακρινός απόγονος του πρώτου οικιστή της περιοχής, του Άγγλου σερ Φράνσις Ντρέικ. Οι Μπιγκλ Μπόυς ( με το φρικαλέο ελληνικό τους όνομα Μουργόλυκοι), όταν δεν είναι πίσω από τα σίδερα της φυλακής εκτίοντας κάποια από τα 3.500 χρόνια καταναγκαστικά έργα που έχει ο καθένας στην πλάτη του,  ζουν κοντά στον σκουπιδότοπο, ο Κύρος Γρανάζης έχει το εργαστήρι του κοντά στο ποτάμι για να ψαρεύει με το τηλεπαθητικο-μαγνητικό καλάμι του, ενώ κανένας δεν ξέρει πού ακριβώς μένει ο Γκαστόνε.

Η Λιμνούπολη είναι γενικά μια χαρούυμενη πόλη,όπου  
διοργανώνονται συχνά γιορτές και παράτες, οι οποίες
φέρνουν πλήθη τουριστών να δουν από κοντά τον
θρυλικό Σκρουτζ Μακ Ντακ. Κι αυτός δεν τους χαλάει
το χατήρι. Έτσι κι αλλιώς ό,τι κι αν ψωνίσουν οι του-
ρίστες από τα δικά του μαγαζιά θα το ψωνίσουν.
 Έξω από την κατοικημένη περιοχή βρίσκεται η βιομηχανική ζώνη της Λιμνούπολης, όπου ο Σκρουτζ έχει σπαρμένα τα εργοστάσιά του μολύνοντας την ατμόσφαιρα με τα λύματα τους, όπου αδιαφορώντας εξοργιστικά για την οικολογική καταστροφή που προξενεί συνεχίζει να επεκτείνει τις βιομηχανικές του δραστηριότητες.
Ολόγυρα από την πόλη από τη μια μεριά εκτείνεται το δάσος, όπου οι μικροί εξερευνητές κάνουν τις εκπαιδευτικές τους εκδρομές , από την άλλη οι φάρμες, όπου και το αγρόκτημα της Ελβίρας Κουτ, της κατά κόσμο γνωστής ως “ γιαγιά Ντακ.” από την τρίτη την περιβάλλουν λόφοι και βουνά με ψηλότερο το “Δόντι του γέρο-Δαίμονα”, ενώ μπροστά της έχει τη θάλασσα.

Λίγο-πολύ ο μικρόκοσμος της Λιμνούπολης  και με τα άλλα ανθρωπόμορφα ζωάκια, που έστησε ο Καρλ Μπαρκς γύρω από τους κεντρικούς ήρωές του, είναι γνωστός. Το σχετικά άγνωστο κομμάτι του Duck Universe έχει να κάνει με την ιστορία της ίδιας της πόλης.
Βρίσκεται σκόρπιο περισσότερο μέσα στο έργο του Ντον Ρόσα, παρά στο έργο του Καρλ Μπαρκς, χωρίς να σημαίνει ότι η συμβολή στη συμπλήρωση των ψηφίδων του ιστορικού παρελθόντος της πόλης και από άλλους δημιουργούς των παπιοϊστοριών δεν είναι αποδεκτή. Ωστόσο, σε μερικές περιπτώσεις αυτή η αποδοχή μπερδεύει κάπως την τεκμηρίωση για το ποιος είναι πού, όπως λόγου χάρη στα καρτούν της τηλεοπτικής σειράς “Duck Tales” (1987), όπου αρκετά από τα στοιχεία που είχε θεσπίσει ο Μπαρκς έχουν αφαιρεθεί. Η Λιμνούπολη σε λίγα θυμίζει την πόλη του Μπαρκς. Ούτε άλλωστε λέγεται Λιμνούπολη, αλλά Σαιν Κανάρ.
Στις "Παπιοϊιστορίες η Λιμνούπολη κατοικείται από ανθρώπους, όπου τα μόνα ανθρωπόμορφα ζωάκια είναι η οικογένεια Ντακ. Ούτε το περίφημο χρηματοκιβώτιο του Σκρουτζ –σήμα κατατεθέν της πόλης- απεικονίζεται, ούτε καν αναφέρεται.


Ας αγνοήσουμε, λοιπόν, την καρτουνίστικη εκδοχή, που άλλωστε δεν έπιασε και ας περιοριστούμε στα δεδομένα της κόμικ εκδοχής, όπως τη σχηματοποίησε ο Μπαρκς και τη συνέχισαν επίγονοι σαν τον Ντον Ρόσα, τον Ρομάνο Σκάρπα, τον Βαν Χορν και άλλοι.

Ένας ακόμα χάρτης-σχεδιάγραμμα της Λιμνούπολης, από γαλλικό τουριστικό φυλλάδιο του περασμένου αιώνα, που εν είδει κουίζ ρωτάει "Πού βρίσκεται η Λιμνούπολη;" προτρέποντας τους δυνητικούς ταξιδιώτες-τουρίστες να την ανακαλύψουν και να την κατακτήσουν σαν σύγχρονοι "κοκινσταδόρες".
Βάσει αυτών των δεδομένων η Λιμνούπολη είναι μια από τις παλαιότερες πόλεις που ίδρυσαν οι άποικοι στην Βόρεια Αμερική και μάλιστα όχι στην ανατολική ακτή, αλλά στις περιοχές της δυτικής ακτής,  που η αμερικανική μυθολογία ονομάζει Φαρ Γουέστ.
Η περιοχή που καλύπτει η Καλισότα άρχισε να εξερευνάται από τους Ευρωπαίους  ακριβώς  πενήντα χρόνια μετά από το πρώτο ταξίδι του Κολόμβου στον Νέο Κόσμο.
Για τις φυλές των Ινδιάνων που την κατοικούσαν πριν από την εμφάνιση των Ευρωπαίων, το μόνο γνωστό είναι ότι ζούσαν από τη γεωργία, το ψάρεμα και το κυνήγι.
Οι πρώτοι Ευρωπαίοι που αποβιβάστηκαν στις ακτές της Καλισότα ήταν Ισπανοί με επικεφαλής τον Χουάν Ροντρίγες Καμπρίγιο που εξερεύνησε την περιοχή το 1542, αλλά δεν επιχειρήθηκε εγκατάστασή τους επειδή οι φυλές των ινδιάνων ήταν εξαιρετικά εχθρικές.
Ο Σκοτσέζος ευγενής πρόγονος του Σκρουτζ ανηφορίζει
στον λόφο Κιλλμουλ, όπου πέντε αιώνες αργότερα θα ορθώ-
σει εκεί το θησαυροφυλάκιό-μέγαρό του ο άξιος απόγονός
του ο Σκρουτζ Μακ Ντακ.
Στις 17 Ιουνίου 1579 ο Άγγλος εξερευνητής και κουρσάρος του βρετανικού στέμματος σερ Φράνσις Ντρέικ  αποβιβάστηκε με το πλήρωμα του πλοίου του “Golden Hind” (Χρυσό Ελάφι) στην ακτή που στους μετέπειτα χάρτες αναφέρεται ως Duckburg Bay και την ονόμασε Nova Albion (Νέα Αλβιόνα)  κτήση της βασίλισσας Bess (Ελισάβετ). Το πρώτο κτίσμα που σήκωσε ήταν το Ντρέικμπόροου (Ακρόπολη Ντρέικ) στην κορυφή του λόφου Κίλλμουλ.
Ο Ντον Ρόσα στα “Χαμένα επεισόδια  του Βίου και της Πολιτείας του Σκρουτζ Μακ Ντακ” αποκαλύπτει ότι ανάμεσα στους συντρόφους του Ντρέικ που αποβιβάστηκαν και εποίκισαν τη Νέα Αλβιόνα ήταν και ένας Σκωτσέζος ευγενής ο Μάλκολμ Μακ Ντακ βάζοντας υποθήκη με προδιαγραφές libro doro για τον μακρινό απόγονό του τον Σκρουτζ Μακ Ντακ, που γεννήθηκε μεν στον προγονικό του πύργο στη Σκοτία, αλλά η αναζήτηση χρυσού τον έστειλε σε όλα τα πλάτη της γης πριν καταλήξει μετανάστης στην Καλισότα και ειδικότερα στη Λιμνούπολη, η οποία του οφείλει την αλματώδη εξέλιξή της.


Πορτρέτο του Κορνήλιου Κουτ,
που βρήκε και αντέγραψε ο Ρόσα
από μενταγιόν, οικογενειακό
κειμήλιο που φορούσε η σεβασμία
απόγονός του Ελβίρα Κουτ.









Παρακάμπτουμε κάποιες ιστορικές λεπτομέρειες (η αλήθεια είναι ότι έχουν και αρκετή σχέση με την πραγματική ιστορία της Καλιφόρνιας ) για να φτάσουμε στα 1818, όπου καταφτάνει στην Καλισότα ο Κορνήλιος Κουτ (1790-1880) αγρότης ολλανδικής καταγωγής, ο οποίος αγοράζει από τους Βρετανούς το Οχυρό Ντρέικ, και το μετονομάζει σε Οχυρό Ντάκμπουργκ.


 Αγοράζει και τη γύρω περιοχή με διάφορες συμφωνίες και την σπέρνει καλαμπόκι. Σε γενικές γραμμές η αγοραπωλησία θυμίζει την μεταβίβαση του Μανχάταν από τους Ολλανδούς στους Άγγλους και τη μετονομασία του Νέου Άμστερνταμ σε Νέα Υόρκη.

Ο αδριάντας του ιδρυτή της πόλης Κορνήλιου
Κουτ με το σύμβολό του το καλαμπόκι ανά χείρας
εμφανίζεται σε πολλές περιπέτειες που διαδραμα-
τίζονται μέσα στη Λιμνούπολη. Σε μία μάλιστα,
υπήρξε και... πρωταγωνιστής!
Στο βάθος σε τρίτο πλάνο το θησαυροφυλάκιο
του Σκρουτζ με ό,τι σημαίνει η παρουσία του.

Όλο και περισσότεροι, πλέον έρχονται να εγκατασταθούν στη κωμόπολη   που σιγά-σιγά άρχισε να εξαπλώνεται γύρω από τον λόφο με το  κάστρο.
Για τούτο και δίκαια ο Κουτ θεωρείται ως ο ιδρυτής της Λιμνούπολης και το άγαλμά του, που δεσπόζει στο κεντρικό πάρκο,είναι το δεύτερο πιο αξιόλογο αξιοθέατο της πόλης μετά από το χρηματοκιβώτιο του Σκρούτζ Μακ Ντακ, σήμα κατατεθέν της ευημερίας που… μαστίζει την πόλη.
Το  χρηματοκιβώτιο χωρητικότητας τριών κυβικών εκταρίων, που  δεσπόζει της Λιμνούπολης από την κορυφή του λόφου Κιλλμουλ, αντικατέστησε στην κορυφή του λόφου το παλιό ξύλινο οχυρό, συμβολίζοντας ότι στην σύγχρονη εποχή τα κάστρα με κανόνια για την υπεράσπιση της πόλης, είναι πλέον άχρηστα.
Τώρα χρειάζονται οχυρωμένοι χώροι για τη διαφύλαξη και υπεράσπιση του κεκτημένου πλούτου των εχόντων και κατεχόντων αυτόν.  Ως κτίσμα συγκεκριμένης λειτουργίας θυμίζει έντονα το Fort Knox στο Κεντάκυ των ΗΠΑ, δηλαδή το θησαυροφυλάκιο του παγκόσμιου χρυσού.



Ο κυβοειδής τσιμεντένιος όγκος του, η οχύρωσή του και η συγκέντρωση πλούτου στην απύθμενη δολαριοδεξαμενή του δεν είναι συμπτωματική. Είναι ηθελημένη. Απεικονίζεται για πρώτη φορά το 1947 με την εμφάνιση του Σκρουτζ στο Universe της Λιμνούπολης. Ωστόσο, σύμφωνα με τις… πληροφορίες του Ρόσα, είχε ήδη αναγερθεί από το 1902, όταν επέστρεψε  ο Σκρουτζ στη Λιμνούπολη.

Και ήταν πράγματι ο Σκρουτζ, αυτός που με την επιχειρηματική του δραστηριότητα, ανέδειξε την μικρή και άσημη Λιμνούπολη σε μεγαλούπολη.

Υπάρχουν, όμως και κάποιες αντινομίες στη διοικητική δομή της πόλης, που περνάνε απαρατήρητες. Η Λιμνούπολη είναι μια πόλη και τούτο αποδεικνύεται από τις συχνές εμφανίσεις σε διάφορα επεισόδια του εκάστοτε δημάρχου της και των άλλων δημοτικών αρχόντων.
 Εν τούτοις λειτουργεί σαν κράτος, αν και ο δήμαρχος δεν δείχνει να είναι πρόεδρος χώρας ή έστω κυβερνήτης πολιτείας.

Η ένδοξη σημαία της Λιμνούπολης
με έμβλημά της μια πάπια.



Όχι γιατί έχει δικιά της σημαία, όλες οι πόλεις έχουν. Ακόμα και η πιο μικρή, αλλά για το γεγονός ότι διατηρεί διπλωματικές αντιπροσωπείες σε ξένες χώρες.

Ο Σκρουτζ βλέποντας τη σημαία της Λιμνούπολης να κυματίζει σε κτίριο ξένης χώρας, αναφωνεί με ανακούφιση, ότι θα μπορέσει να ζητήσει προστασία στην νταγκμπουριανή πρεσβεία και όχι στην πρεσβεία της Καλισότα, που και αυτό θα ήταν παράλογο στα πλαίσια της διεθνούς διπλωματικής πρακτικής. Λεπτομέρειες, θα πείτε, αφού η ιστορία τσουλάει περίφημα κι έτσι, γιατί να μπούμε στη διαδικασία πολιτειακής ανάλυσης του αν η Λιμνούπολη είναι απλώς μια πόλη, όπως προσδιορίζει και το όνομά της, ή είναι κυρίαρχο κράτος;
Σωστά. Όπως και να έχει, ένα είναι σίγουρο: ότι με το να υπάρχει μια ιστορικό-γεωγραφική ταυτότητα σε ορισμένα τοπωνύμια, περνάνε περισσότερα σημεία αναφοράς για τον παρόντα χρόνο της αφήγησης. Και το δίχως άλλο η Λιμνούπολη, που τις περισσεύουν οι αναφορές της, έχει αρκούντως δρώντα ρόλο στην αφήγηση.

Ηλιοβασίλεμα στη Λιμνούπολη. Η σύγχρονη μεγαλούπολη της Καλισότα απλώνεται νωχελικά άπό τους πρόποδες του λόφου Κιλλμούλ ίσαμε παραπέρα από εκεί που φτάνει το μάτι.
Η πανοραμική θέα από το παράθυρο του γραφείου του Σκρουτζ Μακ Ντακ στο θησαυροφυλάκιό του.

κείμενο: Γιώργος Βλάχος